Γεωργός, ο θεματοφύλακας του φυσικού περιβάλλοντος

Γεωργός, ο θεματοφύλακας του φυσικού περιβάλλοντος

Μελέτες, νέες τεχνολογίες και δαπάνη πολλών εκατομμυρίων έχουν ως στόχο την αύξηση της παραγωγής τροφίμων κατά 50% μέσα στα επόμενα 30 χρόνια.

Ωστόσο, η επέκταση των πόλεων και των υποδομών οδηγούν καθημερινά σε αλλαγή χρήση γης με αποτέλεσμα τη συρρίκνωση των γεωργικών εκτάσεων. Ταυτόχρονα, οι συνεχείς παρεμβάσεις του ανθρώπου και τα ακραία καιρικά φαινόμενα οδηγούν σε προβλήματα υποβάθμισης του εδάφους και της παραγωγικότητάς του (διάβρωση, ερημοποίηση κλπ). Περισσότερα από 2.500 στρέμματα γεωργικής γης χάνονται καθημερινά στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Γεωργός: Ο θεματοφύλακας του φυσικού περιβάλλοντος

Αν και χρειάζεται μια γενική αναθεώρηση των μέτρων και δράσεων της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος και την αειφορική γεωργία, ωστόσο οι υποχρεώσεις ενός παραγωγού σήμερα ως προϋπόθεση να λάβει ενισχύσεις από την Ε.Ε. δεν είναι λίγες.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θεσπίσει διάφορα γεωργοπεριβαλλοντικά μέτρα για την προώθηση της βιώσιμης χρήσης του εδάφους. Η αρχή της Πολλαπλής Συμμόρφωσης συνδέει μεταξύ άλλων, τις άμεσες ενισχύσεις με τη συμμόρφωση των αγροτών με τα βασικά πρότυπα για το περιβάλλον και τη διατήρηση της γης σε καλή γεωργική και περιβαλλοντική κατάσταση. Με λίγα λόγια, οι γεωργοί πληρώνονται για την προστασία του εδάφους και των άλλων φυσικών πόρων που χρησιμοποιούν.

Οι άμεσες ενισχύσεις συνδέονται επίσης με τα μέτρα οικολογικού σχεδιασμού (Πρασίνισμα), τα οποία μπορούν επίσης να συμβάλουν στη διατήρηση καλής ποιότητας εδάφους. Τα μέτρα αυτά, που μπορούν να καλύψουν έως και 30% των άμεσων ενισχύσεων, απαιτούν από τους γεωργούς να διαφοροποιήσουν τις καλλιέργειες, να διατηρήσουν μόνιμους βοσκότοπους και να αφιερώσουν το 5% της αρόσιμης γης σε «περιοχές οικολογικής εστίασης».

Δράσεις για τη προστασία του εδάφους περιλαμβάνονται και στα Προγράμματα Αγροτικής Ανάπτυξης τα οποία διαχειρίζονται τα ίδια τα κράτη μέλη.

Τα παραπάνω μέτρα φαίνεται να έχουν θετικά αποτελέσματα. Μελέτη του Κέντρου Ερευνών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής έδειξε ότι μεταξύ του 2000 και του 2010, ο ρυθμός διάβρωσης του εδάφους μειώθηκε κατά 9% συνολικά και κατά 20% στην αρόσιμη γη.