Η ΚΑΠ μετά το 2020 και οι συνδεδεμένες ενισχύσεις

Η ΚΑΠ μετά το 2020 και οι συνδεδεμένες ενισχύσεις

του Χρήστου Αυγουλά, Ομότιμος Καθηγητής Γεωργίας στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Η προτελευταία μεταρύθμιση της ΚΑΠ που ξεκίνησε το 2003 και ολοκληρώθηκε το 2008 ήταν βαθύτερη και περισσότερο εκτεταμένη από τις δύο προηγούμενες. Κάλυψε σχεδόν το σύνολο των Κοινών Οργανώσεων Αγοράς (ΚΟΑ) ενώ συγχρόνως επέφερε δραστική τροποποίηση στη δομή των ενισχύσεων της ΚΑΠ.

Θυμίζω ότι σε αυτή την ριζική αναθεώρηση μεταρυθμίστηκαν οι Κοινές Οργανώσεις Αγοράς των σιτηρών, των ελαιούχων σπόρων και του γάλακτος (2003), του καπνού, του βαμβακιού, του ελαιολάδου και του λυκίσκου (2004), της ζάχαρης και των ζαχαροτεύτλων (2005), του αμπελοοινικού τομέα (2007) και των οπωροκηπευτικών (2008). Η μεταρύθμιση ολοκληρώθηκε με τον έλεγχο υγείας της ΚΑΠ, που μετετράπη σε πολιτική συμφωνία το Νοέμβριο του 2008.

Οι δύο προηγούμενες μεταρυθμίσεις ήταν εκείνη του 1992 που την ακολούθησε η Agenda 2000.

Με την αναθεώρηση του 1992 άλλαξε η φιλοσοφία της γεωργικής πολιτικής τιμών, με αντιστάθμιση την υιοθέτηση άμεσων εισοδηματικών ενισχύσεων, μερικώς αποσυνδεδεμένων από την παραγωγή, χορηγούμενων με βάση ιστορικές αποδόσεις, εκτάσεις και αριθμό ζώων, σε συνδυασμό με περιορισμούς στην παραγωγή (υποχρεωτική αγρανάπαυση). Παράλληλα, αλλά σε μικρότερη έκταση, αποφασίστηκαν μέτρα πλήρως αποσυνδεδεμένα από την παραγωγή μεταξύ των οποίων και μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος.

Με την Agenda 2000 περιορίστηκε ακόμα περισσότερο η βαρύτητα των παρεμβάσεων στις τιμές, αυξήθηκε όμως αντίστοιχα η σημασία των μερικώς αποσυνδεδεμένων από την παραγωγή εισοδηματικών ενισχύσεων. Οι πλήρως αποσυνδεμένες από το προϊόν και τον όγκο παραγωγής ενισχύσεις εξακολούθησαν να έχουν πολύ μικρότερη βαρύτητα συγκριτικά με τις άλλες δύο ενισχύσεις.

Με την αναθεώρηση του 2003  περιορίστηκε δραστικά η βαρύτητα των ενισχύσεων στις τιμές (ενισχύσεις που προκαλούν μέγιστη στρέβλωση στην παραγωγή και στο εμπόριο) καθώς και των μερικώς αποσυνδεδεμένων ενισχύσεων από την παραγωγή ( ενισχύσεις που στρεβλώνουν την παραγωγή και το εμπόριο σε μικρότερο όμως βαβμό από τα μέτρα της πρώτης κατηγορίας).

Έτσι, από την πολιτική στήριξης των τιμών, η Ε.Ε. πέρασε σε πολιτική στήριξης του εισοδήματος, μέσω άμεσων ενισχύσεων ανεξάρτητων από τον όγκο παραγωγής και το παραγόμενο προϊόν.

Τον κύριο ρόλο στήριξης των γεωργικού εισοδήματος ανέλαβαν οι άμεσες εισοδηματικές ενισχύσεις, που χορηγήθηκαν στους παραγωγούς με βάση ιστορικά στοιχεία, ανεξάρτητα από το προϊόν, το ύψος της παραγωγής ή τους συντελεστές παραγωγής. Συνεπώς, οι αποσυνδεδεμένες ενισχύσεις αποτέλεσαν το βασικό συστατικό της τότε, νέας ΚΑΠ.

Ορίζοντας εφαρμογής της νέας , τότε ΚΑΠ, ορίστηκε η 1-1-2005 ή η 1-1-2006, με την δυνατότητα του Κ-Μ να διατηρήσει, για ένα μεταβατικό χρονικό στάδιο, ένα ποσοστό των ενισχύσεων συνδεδεμένων με την παραγωγή, ανάλογα με το προϊόν.

Η Ελλάδα άρχισε την εφαρμογή της την 1-1-2006, έχοντας αποφασίσει την πλήρη αποσύνδεση των ενισχύσεων από την παραγωγή εξαρχής. Η απόφαση ήταν «πολιτικά» σωστή, με την στενή έννοια του όρου «πολιτικά» , αφού αυτή ήταν η πρόταση όλων των τότε Ελληνικών  πολιτικών κομμάτων, πλην του ΚΚΕ, όλων των  συνδικαλιστικών και συνεταιριστικών  φορέων των αγροτών, αλλά και της συντριπτικής πλειοφηφίας των μεμονομένων αγροτών. Ήταν όμως τεχνοκρατικά και από πλευράς προοπτικής της ελληνικής γεωργίας εσφαλμένη, γιατί ώθησε στον περιορισμό σημαντικών καλλιεργειών και συνέβαλε στην αύξηση των ακαλλιέργητων, σε αγρανάπαυση, σχολαζουσών εκτάσεων και κατεπέκταση σε συρρίκνωση της γεωργικής παραγωγής.

Χαρακτηριστικό αρνητικό  παράδειγμα ο καπνός, η καλλιέργεια του οποίου υποδεκαπλασιάστηκε σε έκταση, κινδυνεύοντας να εξαφανιστεί από τον χάρτη των παραγόμενων ελληνικών προϊόντων.

Από την άλλη πλευρά, η μοναδική σημαντική καλλιέργεια στην οποία διατηρήθηκε υποχρεωτικά το 35% των ενισχύσεων συνδεδεμένο με την παραγωγή, ρύθμιση που ισχύει και σήμερα, το βαμβάκι, εξακολούθησε να καλλιεργείται σε σημαντικές εκτάσεις, εξ αυτού κυρίως του λόγου.

Υπενθυμίζω ότι η εξαίρεση του βαμβακιού από το καθεστώς της πλήρους αποσύνδεσης της ενίσχυσης από την παραγωγή, οφείλεται στο γεγονός ότι το Πρωτόκολλο 4 της Ε.Ε. που υπεγράφη από τους αρχηγούς των Κρατών-Μελών (Κ-Μ) το 1981 και που προέβλεψε την ενίσχυση της καλλιέργειας του βαμβακιού, υποχρέωνε την Επιτροπή να λαμβάνει μέτρα διατήρησης της βαμβακοκαλλιέργειας στις παραδοσιακές βαμβακοπαραγωγικές περιοχές της Ένωσης, δηλαδή την Ελλάδα και την Ισπανία. Ως ένα τέτοιο δραστικό μέτρο διατήρησης της βαμβακοκαλλιέργειας η Commission και σωστά, τη θεσμοθέτησε στο βαμβάκι το 1/3 των ενισχύσεων να είναι συνδεδεμένες με την παραγωγή.

Η Επιτροπή  για να διορθώσει την στρεβλή αυτή κατάσταση που δημιουργήθηκε στον αγροτικό τομέα με την αποσύνδεση των ενισχύσεων από την παραγωγή, κατά τον σχεδιασμό της τρέχουσας ΚΑΠ (2014-2020) αποφάσισε την προαιρετική επαναφορά των συνδεδεμένων ενισχύσεων, σε ποσοστό μέχρι 9% του συνόλου των άμεσων εισοδηματικών εισροών (για την Ελλάδα περίπου 180 εκατ.ευρώ, κάθε χρόνο.) Το Κ-Μ επαναπόκτησε έτσι ένα όπλο για την ενίσχυση καλλιεργειών που φθίνουν και για τις οποίες κρίνει ότι πρέπει να στηριχθούν για να συνεχίσουν να υπάρχουν ακόμη και να αυξηθούν, για οικονομικούς, κοινωνικούς αλλά και περιβαντολλογικούς λόγους.

Η χώρα μας ήδη έκανε χρήση της συγκεκριμένης δυνατότητας και ενέταξε σημαντικούς κλάδους της φυτικής και ζωϊκής παραγωγής στο καθεστώς των συνδεδεμένων ενισχύσεων, όπως τα ζαχαρότευτλα, το σκληρό σιτάρι, το ρύζι, τα κτηνοτροφικά ψυχανθή, τη βιομηχανική τομάτα, τα ακρόδρυα, τους σπόρους σποράς,  αλλά και τα βοειδή ( για την αύξηση των ιθαγενών ζώων και για την μείωση των εισαγωγών ζώντων ζώων) και τα αιγοπρόβατα (για την παραγωγή ποιοτικού γαλακτος από ντόπιες εκτατικά εκτρεφόμενες φυλές, απαραίτητου για την παρασκευή της φέτας).

Με τη νέα ΚΑΠ  μετά το 2020 είναι απαραίτητο κατά την άποψή μου, να αποφασισθεί ότι το Κ-Μ μπορεί να κατευθύνει προαιρετικά, ένα μεγαλύτερο ποσοστό των άμεσων ενισχύσεων, από αυτό πού ισχύει σήμερα στις συνδεδεμένες ενισχύσεις, με βασικό στόχο την « υπεράσπιση» καλλιεργειών στις οποίες διατηρεί συγκριτικό ποιοτικό πλεονέκτημα, αλλά που έχουν ανάγκη επιπλέον στήριξης και  από τις οποίες εξαρτάται στη συνέχεια η μεταποιητική βιομηχανία, οι εισαγωγές, η προστασία του περιβάλλοντος, η διατροφική αλυσίδα, η βιοποικιλότητα κ.ο.κ.

Η αύξηση του προϋπολογισμού των συνδεδεμένων ενισχύσεων, μαζί με άλλα απαραίτητα μέτρα που πρέπει να προβλέψει η ΚΑΠ μετά το 2020 (ιδιαίτερη ενίσχυση των «μικρών» παραγωγών, ρύθμιση του καθεστώτος των παραγωγικών γαιών, κίνητρα για την συγκράτηση και ανανέωση του αγροτικού πληθυσμού στην ύπαιθρο, ιδιαίτερη μέριμνα για τις μειονεκτικές γεωγραφικές περιοχές, ανάληψη του διοικητικού κόστους της ΚΑΠ από τις εθνικές Κυβερνήσεις κ.ά.) οφείλουν να στοχεύουν, εντέλει, στην τόνωση της απασχόλησης στον αγροτικό τομέα και στην αναβάθμιση του αγροτικού επαγγέλματος.