Σάββατο , 21 Οκτώβριος 2017
Παγετός και ξηρασία προκαλούν τεράστιες οικονομικές απώλειες στους αμπελώνες της Γαλλίας

Παγετός και ξηρασία προκαλούν τεράστιες οικονομικές απώλειες στους αμπελώνες της Γαλλίας

Το έτος 2017 αναμένεται ως ένα εκ των χειρότερων για τους γαλλικούς αμπελώνες, μετά το 1991, οπότε η κακοκαιρία είχε οδηγήσει σε μείωση της συγκομιδής κατά περίπου ένα τρίτο. Παρόλο που οι θερμοκρασίες δεν ήταν εξαιρετικά χαμηλές, αρκετές οινοπαραγωγικές περιοχές επλήγησαν από παγετό στο τέλος Απριλίου.

Ενδεικτικά, στην περιφέρεια του Μπορντό οι απώλειες υπολογίζεται να ανέλθουν σε 1-2 δισ. ευρώ. Όλες οι καλλιέργειες έχουν επηρεαστεί και η συγκομιδή προβλέπεται μειωμένη κατά το ήμισυ. Σύμφωνα με τον Πρόεδρο της Διεπαγγελματικής Επιτροπής Οίνων Μπορντό (CIVB), επηρεάστηκαν όλες οι ζώνες, με ποσοστά καταστροφής που κυμαίνονται από 20% έως 90%-100% στις πιο εκτεθειμένες περιοχές. Εάν δεν υπάρξει αναγέννηση των αμπελώνων τον προσεχή Ιούνιο, η συγκομιδή προβλέπεται ότι δεν θα ξεπεράσει τα 2,7 εκατ. εκατόλιτρα.

Στο βόρειο τμήμα του Garonne, ο αμπελώνας Cognac θα απολέσει αναμφίβολα το ένα τρίτο της παραγωγής του, καθώς 40.000 εκτάρια έχουν επηρεαστεί από τον παγετό, εκ των οποίων τα 25.000 είναι σοβαρά κατεστραμμένα.

Ο παγετός έρχεται να προστεθεί στο ήδη μεγάλο πρόβλημα της ξηρασίας. Σύμφωνα με την Τμηματική Ομοσπονδία Συνδικαλιστικών Οργανώσεων των Αγροτών του διαμερίσματος του Μπορντό, ολόκληρες περιοχές απειλούνται από την έλλειψη βροχοπτώσεων, καθώς πρόκειται για τη χειρότερη ξηρασία που έχει καταγραφεί εδώ και πολλά έτη.

Στα μέσα Απριλίου οι αμπελώνες της Οξιτανίας αντιμετώπισαν παρόμοια προβλήματα, με μικρότερες, ωστόσο, απώλειες. Σύμφωνα με τον Πρόεδρο της Νοτιοδυτικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Οίνου (IVSO) καταστράφηκε, κατά μέσο όρο, το 10-15% των αμπελώνων.

Στην κοιλάδα του Λίγηρα, ο αμπελώνας του Azay-le-Rideau, επηρεάστηκε περισσότερο, όπως και το 2016. Τα αγροτεμάχιά του θα μπορούσαν να χάσουν το 80% της συγκομιδής τους, μετά από πτώση της τάξεως του 75% το 2016. Στους υπόλοιπους αμπελώνες του Λίγηρα, όπου σημειώθηκε παρατεταμένος παγετός τον Απρίλιο, η συνολική απώλεια εκτιμάται σε 20%, έναντι 26% του έτους 2016.

Οι αμπελώνες της Βουργουνδίας αντιμετώπισαν την έντονη κακοκαιρία για δεύτερη συνεχή χρονιά. Από τα 5.200 εκτάρια του αμπελώνα Chablisien (Yonne), τουλάχιστον 1.500 θα επηρεαστούν, προκαλώντας πιθανή απώλεια συγκομιδής που εκτιμάται μεταξύ 15% – 30%.

Ωστόσο, τα καιρικά φαινόμενα του 2017 δεν εμφανίζουν ομοιότητες με αυτά του 2016. Οι χαμηλές θερμοκρασίες που είχαν παρατηρηθεί, υπό τη μορφή μαύρου παγετού που χαρακτηρίζεται από υψηλή υγρασία και παρατεταμένη αναθέρμανση, αντιδιαστέλλονται από αυτές του λεγόμενου «λευκού» παγετού του 2017, με κύριο χαρακτηριστικό του την ξηρασία. Σύμφωνα με το Διεπαγγελματικό Γραφείο Οίνων Βουργουνδίας πρόκειται για χαμηλές θερμοκρασίες που φθάνουν -7̊ C και δεν επηρεάζουν τη βιωσιμότητα της αμπέλου, διατηρώντας περιθώριο αισιοδοξίας για τη μερική διάσωση της καλλιέργειας που το περασμένο έτος ήταν 40% χαμηλότερη λόγω χαλαζόπτωσης.

Οι απώλειες είναι δύσκολο να υπολογισθούν στη Νοτιοανατολική Γαλλία, καθώς ο παγετός επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τους αμπελώνες, από τις ακτές της Μεσογείου έως την ενδοχώρα, περιοχές που συνήθως δεν χαρακτηρίζονται από χαμηλές θερμοκρασίες. Σύμφωνα με τον Πρόεδρο του Γεωργικού Επιμελητηρίου του Hérault και Γενικό Γραμματέα της FNSEA (Εθνική Ομοσπονδία Συνδικάτων Γεωργικών Εκμεταλλεύσεων), πρέπει να γίνει μια απογραφή ανά οικόπεδο, καθώς η ζημία κυμαίνεται από 10% έως 100%, κατά περίπτωση, ενώ η απώλεια εκτιμάται σε 1 εκατ. εκατόλιτρα για μία ετήσια παραγωγή μεταξύ 5 και 6 εκατ. εκατόλιτρων.

Οι αμπελώνες της Καμπανίας διατηρήθηκαν χάρη στην «κλιματική ασφάλιση» της περιοχής. Ο παγετός έχει επηρεάσει τα 34.000 εκτάρια της περιοχής και κατέστρεψε το 20%-25% των καρπών, 10% περισσότερο από πέρυσι, σύμφωνα με την αρχική αξιολόγηση της Διεπαγγελματικής Επιτροπής της Καμπανίας (CIVC). Σε ορισμένες περιοχές ο παγετός έβλαψε το 35% των αμπελιών. Ο κίνδυνος δεν έχει παρέλθει, καθώς οι παγετοί της άνοιξης μπορούν να εμφανιστούν μέχρι τα μέσα Μαΐου. Το εν λόγω φαινόμενο οδήγησε στα τέλη της δεκαετίας του 1930 στη δημιουργία του «Reserve Champagne», το οποίο αποτελεί μοναδικό σύστημα στους γαλλικούς αμπελώνες που καθιστά δυνατή τη χρήση αποθεμάτων από προηγούμενα έτη για την παραγωγή οίνου, σε περίπτωση που οι αγρονομικές αποδόσεις δεν κρίνονται επαρκείς.