Τετάρτη , 23 Αύγουστος 2017
Βακτηριακό έλκος της ακτινιδιάς: Ορθές πρακτικές για την προστασία της καλλιέργειας

Βακτηριακό έλκος της ακτινιδιάς: Ορθές πρακτικές για την προστασία της καλλιέργειας

Το βακτηριακό έλκος της ακτινιδιάς προκαλείται από το βακτήριο Pseudomonas syringae pv. actinidiae που προσβάλλει φυτά του γένους Actinidia και κυρίως τα είδη A. deliciosa και A. chinensis στα οποία ανήκουν οι περισσότερες καλλιεργούμενες πρασινόσαρκες και κιτρινόσαρκες ποικιλίες ακτινιδιάς. Το βακτήριο έχει εντοπιστεί στην Ελλάδα από το 2015.

Το βακτήριο μπορεί να επιβιώσει πάνω στην επιφάνεια των φυτών χωρίς να προκαλεί μακροσκοπικά συμπτώματα. Η μεταφορά μολύσματος μπορεί να γίνει με τον αέρα, τη βροχή, διάφορα ζώα, τον άνθρωπο, τα καλλιεργητικά εργαλεία (πχ. κλαδέματος) και σε μεγάλες αποστάσεις μεταφέρεται κυρίως με μολυσμένο πολλαπλασιαστικό υλικό.

Τα φυτά μολύνονται από το βακτήριο μέσω φυσικών ανοιγμάτων, ή πληγών (τομές κλαδέματος κλπ), ή μέσω των ουλών που δημιουργούνται κατά τη συγκομιδή και στο στάδιο της πτώσης των φύλλων, εάν επικρατεί θερμός και βροχερός καιρός, χωρίς την εμφάνιση συμπτωμάτων (λανθάνουσα κατάσταση) μέχρι την επόμενη Άνοιξη. Εάν οι συνθήκες είναι ευνοϊκές (δροσερός καιρός, υψηλή υγρασία, συχνή βροχόπτωση) εμφανίζονται τα πρώτα συμπτώματα την Άνοιξη.

Τα τυπικά συμπτώματα της ασθένειας περιληπτικά είναι τα παρακάτω:

  • Καστανές γωνιώδεις κηλίδες με χλωρωτική άλω που παρουσιάζονται σε φύλλα την Άνοιξη.
  • Μεταχρωματισμός της επιφάνειας του κορμού σκούρας έως ανοικτής απόχρωσης που οφείλεται στη βακτηριακή εξίδρωση που εξέρχεται από το έλκος και αποξηραίνεται επί του φλοιού. Τέτοια μορφής έλκη παρουσιάζουν ο κορμός και οι κλάδοι των προσβεβλημένων φυτών ακτινιδιάς την περίοδο της Άνοιξης.
  • Συμπτώματα μάρανσης και νέκρωσης φύλλων, όπως αυτά εμφανίζονται στην αρχή της βλαστικής περιόδου ως αποτέλεσμα προσβολής των αγγειωδών ιστών των βλαστών.
  • Καστανός μεταχρωματισμός των ιστών κάτω από το φλοιό των κλάδων.

Για την προστασία από την εμφάνιση της ασθένειας του Βακτηριακού έλκους, την αποφυγή ή την επιβράδυνση της εξάπλωσης του βακτηρίου συστήνονται γενικές ορθές πρακτικές όπως:

  • Να χρησιμοποιείται υγιές, πιστοποιημένο πολλαπλασιαστικό υλικό για την εγκατάσταση νέων οπωρώνων. Η ζωντανή γύρη και τα φυτά του γένους Actinidia που προορίζονται για φύτευση, εκτός των
    σπόρων προς σπορά, επιτρέπεται να διακινούνται εντός των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης
    μόνον ένα συνοδεύονται από φυτοϋγειονομικό διαβατήριο.
  • Να πραγματοποιείται συχνή επιθεώρηση των δένδρων για τυχόν εμφάνιση ύποπτων συμπτωμάτων προσβολής.
  • Να εφαρμόζονται τα χαλκούχα σκευάσματα σύμφωνα με τις επίσημες οδηγίες στο πλαίσιο προγράμματος φυτοπροστασίας του οπωρώνα. Η εφαρμογή προληπτικών επεμβάσεων αποτελεί μέτρο
    προστασίας από προσβολή, καθώς δεν υπάρχουν μέτρα θεραπείας της ασθένειας.
  • Να διατηρείται καθαρή η επιφάνεια του εδάφους του οπωρώνα από πεσμένα φύλλα και κλάδους, τα οποία μπορεί να είναι φορείς του μολύσματος.
  • Να εφαρμόζονται μέτρα υγιεινής για τους χώρους, τα μέσα που χρησιμοποιούνται στην καλλιέργεια και για το προσωπικό που εργάζεται στους οπωρώνες. Η επαναχρησιμοποίηση εντός οπωρώνων ακτινιδιάς παλετοκιβωτίων συγκομιδής ενέχει τον κίνδυνο μετάδοσης και διασποράς του βακτηρίου από οπωρώνα σε οπωρώνα και μεταξύ περιοχών. Όταν τα παλετοκιβώτια και τα μέσα μεταφοράς καθαρίζονται και απολυμαίνονται κατάλληλα, ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος μετάδοσης του βακτηρίου σε αμόλυντες περιοχές.