Ολοένα και μεγαλύτερη ανησυχία υπάρχει σχετικά με το ότι οι μεγάλες μερίδες μπορεί να ενθαρρύνουν την υπερκατανάλωση και να συνεισφέρουν στα αυξημένα ποσοστά παχυσαρκίας...

Αυξήθηκαν οι μερίδες τροφίμων;

Ολοένα και μεγαλύτερη ανησυχία υπάρχει σχετικά με το ότι οι μεγάλες μερίδες μπορεί να ενθαρρύνουν την υπερκατανάλωση και να συνεισφέρουν στα αυξημένα ποσοστά παχυσαρκίας που παρατηρούνται στις ανεπτυγμένες χώρες. Ο έλεγχος των μερίδων παραμένει ένας βασικός παράγοντας για την υπερκατανάλωση ορισμένων τροφίμων και ποτών, αλλά μέχρι πρόσφατα η σημασία της σχετικής πληροφόρησης στις ετικέτες τροφίμων είχε παραβλεφθεί από τη νομοθεσία. Η κατανόηση των καταναλωτών σχετικά με το μέγεθος των μερίδων φαίνεται γενικά χαμηλή, καθώς μόνο το ένα τρίτο των Ευρωπαίων καταναλωτών χρησιμοποιεί τις σχετικές πληροφορίες και περίπου το 40% παραμένει αβέβαιο για το πώς ορίζονται οι συνιστώμενες μερίδες.

Νομοθεσία

Το  1990 η οδηγία 90/496/EOK σχεδίασε νέες ρυθμίσεις σχετικά με την εθελοντική αποτύπωση διατροφικών πληροφοριών στα προσυσκευασμένα τρόφιμα. Σύμφωνα με αυτές, οι διατροφικές πληροφορίες θα πρέπει να δίνονται ανά 100 g. ή 100 ml προϊόντος, εκτός κι αν υπάρχει κάποιος ισχυρισμός υγείας στη συσκευασία, οπότε η διατροφική επισήμανση είναι υποχρεωτική. Το 2000 μια άλλη οδηγία της ΕΕ, η οδηγία 2000/13/ΕΚ, τέθηκε σε ισχύ, για να εξασφαλίσει ότι παρέχονταν στους καταναλωτές επιπλέον πληροφορίες σχετικά με το καθαρό βάρος του προϊόντος, τη σύσταση (δηλαδή τη λίστα με τα συστατικά), τον παραγωγό, καθώς και συμβουλές για την αποθήκευση και την προετοιμασία. Πληροφορίες σχετικά με τις μερίδες παρέμειναν εκτός του στόχου αυτής της νομοθεσίας.

Αντιμετωπίζοντας την ανησυχία για τα αυξανόμενα ποσοστά παχυσαρκίας και των συνοδών προβλημάτων για την υγεία, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέθεσε το 2008 πρόταση κανονισμού σχετικά με την παροχή πληροφοριών για τα τρόφιμα στους καταναλωτές, για να αντικαταστήσει τις προηγούμενες δύο οδηγίες για τη διατροφική επισήμανση. Από αυτή την πρόταση, το 2011 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Συμβούλιο υιοθέτησε μια τροποποιημένη εκδοχή, καθιστώντας υποχρεωτική την επισήμανση της ενέργειας και πέντε θρεπτικών συστατικών -πρωτεϊνών, συνολικών λιπιδίων, κορεσμένων λιπιδίων, υδατανθράκων (με ειδική αναφορά στα σάκχαρα) και άλατος- εκφρασμένων ως ποσοτήτων ανά 100 g. ή 100 ml προϊόντος. Τέλος, όταν τα προϊόντα συσκευάζονται ως ξεχωριστές μονάδες για κατανάλωση, η νομοθεσία προβλέπει ότι οι διατροφικές πληροφορίες θα πρέπει να παρέχονται τόσο ανά μερίδα όσο και ανά 100γρ./100 ml, μαζί με κάποια ένδειξη για το μέγεθος της μερίδας και τον αριθμό των μερίδων που περιέχονται στη συσκευασία.

Έχει αυξηθεί το μέγεθος των μερίδων;

Υπάρχουν αρκετά στοιχεία που δείχνουν ότι η μερίδα συγκεκριμένων τροφίμων έχει αυξηθεί με το πέρασμα του χρόνου. Μια μελέτη στις Κάτω Χώρες χρησιμοποίησε τις πληροφορίες από τους παραγωγούς για να ορίσει το μέγεθος της μερίδας και τον αριθμό των μερίδων για διάφορα ενεργειακά πυκνά τρόφιμα, όπως προϊόντα ζαχαροπλαστικής, αλμυρά σνακ και προϊόντα φαστ-φούντ. Τα στοιχεία αυτά συγκρίθηκαν με αντίστοιχα από την προηγούμενη δεκαετία, υποδεικνύοντας τρεις τάσεις. Πρώτον, μεγαλύτερου μεγέθους συσκευασίες έχουν προστεθεί στο χαρτοφυλάκιο των προϊόντων, ειδικά για τα οικογενειακά προϊόντα. Δεύτερον, το μέγεθος της μερίδας για πολλά προϊόντα, με εξαίρεση τα προϊόντα ζαχαροπλαστικής που πωλούνται ως μονάδες, έχει αυξηθεί σταθερά με τον καιρό. Τρίτον, έχουν εμφανιστεί οι πολυσυσκευασίες, οι οποίες με το χρόνο άρχισαν να περιέχουν μεγαλύτερο αριθμό τεμαχίων ανά συσκευασία.

Μια άλλη μελέτη από το Ηνωμένο Βασίλειο συνέκρινε το μέγεθος των μερίδων των σνακ στο Ηνωμένο Βασίλειο και τη Βόρεια Ιρλανδία σε μια περίοδο 8 ετών, με τη χρήση εθνικών διατροφικών δεδομένων για τους εφήβους. Τα αναψυκτικά ήταν τα πιο δημοφιλή σνακ και στις δύο χρονικές στιγμές. Όμως, το μέγεθος της μερίδας και η συχνότητα κατανάλωσης ήταν σημαντικά μεγαλύτερες μεταξύ των εφήβων το 2005 σε σύγκριση με το 1997.

Στις ΗΠΑ, οι ερευνητές παρακολούθησαν το μέγεθος των μερίδων που καταναλώθηκαν από περισσότερα από 63.000 άτομα ηλικίας μεγαλύτερης των 2 ετών, όπως αυτές αναφέρθηκαν στις διαδοχικές εθνικές διατροφικές έρευνες σε μια χρονική περίοδο 20 ετών. Το ενδιαφέρον εστίασε στα αλμυρά σνακ, τα αναψυκτικά, τους φρουτοχυμούς, τα γλυκίσματα και τα προϊόντα φαστ-φούντ, ενώ συλλέχθηκαν δεδομένα και σχετικά με την κατανάλωσή τους στο σπίτι ή εκτός σπιτιού. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι το μέγεθος της μερίδας όλων των κατηγοριών τροφίμων, με εξαίρεση την πίτσα, αυξήθηκε σημαντικά μεταξύ 1977 και 1996, ανεξάρτητα από τον τόπο κατανάλωσής τους.

Η προφανής αυτή τάση αύξησης του μεγέθους των μερίδων, ειδικά για τα ενεργειακά πυκνά τρόφιμα, είναι πιθανό να επιδρά στην κατανάλωση τροφής και την ενεργειακή πρόσληψη, επηρεάζοντας τον έλεγχο του βάρους. Στην μελέτη των ΗΠΑ ανωτέρω, η επίδραση του αυξανόμενου με το χρόνο μεγέθους των μερίδων στις θερμίδες αντιπροσώπευε 96 επιπρόσθετες θερμίδες (kcal) ανά μερίδα αλμυρών σνακ, 49 kcal για τα αναψυκτικά και 68-97 kcal ανά μερίδα προϊόντων φαστ-φούντ.

Το μεγαλύτερο μέγεθος των μερίδων έχει φανεί να αυξάνει την κατανάλωση τροφής και την πρόσληψη ενέργειας στα παιδιά. Καθώς η παιδική παχυσαρκία παραμένει ένα καίριας σημασίας ζήτημα στην Ευρώπη, η καλύτερη κατανόηση σχετικά με τις κατάλληλες μερίδες για τα παιδιά θα ήταν ωφέλιμη. Υπάρχουν μερικά στοιχεία που δείχνουν ότι η εκπαίδευση των γονέων στο κατάλληλο μέγεθος των μερίδων μπορεί να βελτιώσει τη διαχείριση του βάρους για τους υπέρβαρους γονείς και τα παιδιά τους.

Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Πληροφόρησης για τα Τρόφιμα