Γεωργία και Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας

Γεωργία και Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας

του Περικλή Διαμαντόπουλου, Επιστημονικός Συνεργάτης και Εκπαιδευτής της Ελληνικής Γεωργίας

Η αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας είναι περισσότερο απαραίτητη τον αιώνα που διανύουμε από οποιαδήποτε άλλη εποχή. Τα οφέλη είναι πολλαπλά τόσο για το περιβάλλον όσο και για την  εθνική μας οικονομία. Η αιολική ενέργεια στη χώρα μας, που αυτή τη στιγμή έχει εγκατεστημένη ισχύ 1,8 GigaWatt, έχει μεγάλα περιθώρια για παραγωγή ρεύματος λόγω του υψηλού αιολικού της δυναμικού. Η ηλιακή ενέργεια με εγκατεστημένη ισχύ 1,83 GigaWatt, θεωρείται ότι αποτελεί έναν τρόπο για την απάλοιψη του χρέους καθώς σύμφωνα με το πρόγραμμα «Helios» υπάρχει δυνατότητα επέκτασης έως τα 10 GW.

Επίσης, η χρήση της γεωθερμίας για θέρμανση θερμοκηπίων και κτηριακών εγκαταστάσεων προσφέρει μια χαμηλού κόστους παραγωγή θερμότητας, που η Ελλάδα λόγω της γεωμορφολογίας της θα μπορούσε να αξιοποιήσει. Οι αντλίες θερμότητας, λόγω του υψηλού συντελεστή απόδοσης (COP>1) θεωρούνται πολύ καλές εναλλακτικές μορφές ενέργειας. Επίσης οι κυψέλες καυσίμου, η αναερόβια ζύμωση με ταυτόχρονη παραγωγή μεθανίου (βιοαέριο) και τα υδροηλεκτρικά έργα ανήκουν στο φάσμα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Ο στόχος είναι, για την Ε.Ε. μέχρι το 2020, η παραγωγή της ενέργειας να φτάσει το 20 % από ΑΠΕ. Το ποσοστό αυτό για την Ελλάδα δεν είναι δύσκολο να επιτευχθεί αν το κοινό ευαισθητοποιηθεί και διακρίνει ότι μπορούμε να γίνουμε αυτάρκεις στην παραγωγή ενέργειας. Εκτός από τα σταθερά και μακροχρόνια κέρδη που μπορεί να εξασφαλίσει ο επενδυτής στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, παρέχεται η δυνατότητα για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.

Η Ελλάδα δεν ευτύχησε να έχει τη βαριά βιομηχανία άλλων αναπτυγμένων χωρών και μας έκαναν εξαρτημένους από εισαγωγές σε πλείστα είδη από απλές βίδες και γεωργικά προϊόντα μέχρι αυτοκίνητα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα αφενός την εκροή πολύτιμου χρήματος και αφετέρου την καθήλωση της χώρας ως ουραγό στις εξελίξεις. Χώρα που δεν είναι αυτάρκης στην παραγωγή τουλάχιστον της δικής της ενέργειας δεν μπορεί να θεωρείται αναπτυγμένη. Γιατί να είμαστε «ετερόφωτοι» ενώ διαθέτουμε άπλετο φως; Γιατί να μην εκμεταλλευτούμε τη δωρεάν θερμότητα της γης και τόσα άλλα φυσικά στοιχεία με τα οποία έχει προικίσει την Ελλάδα η φύση;

Το όφελος, όμως, για το περιβάλλον θεωρείται πιο σημαντικό και από το οικονομικό καθώς έχει υπολογιστεί ότι για 1MW παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από άνθρακα εκπέμπονται 850 κιλά CO2, 15.5 κιλά SO2, 1.2 κιλά ΝΟ και άλλοι αέριοι ρύποι. Θα μπορούσε να αναφέρει κανείς πολλά νούμερα για την μείωση της ρύπανσης του περιβάλλοντος, όμως αυτό που έχει σημασία είναι ότι χρησιμοποιώντας τις φιλικές προς το περιβάλλον πηγές ενέργειας δεν ξεφεύγει απλά από τη  χρήση των συμβατικών καυσίμων, αλλάζει την κουλτούρα του αλλάζει τον ρου της ιστορίας του.

Με αυτή τη λογική θα πρέπει να οδεύσουμε στον 21ο αιώνα που είναι η αειφορική ανάπτυξη (sustainable development), μια ανάπτυξη επωφελής για το περιβάλλον, τον πολίτη και την οικονομία της χώρας μας.