Οκτώ κράτη μέλη υπερέβησαν τις ποσοστώσεις γάλακτος το 2013/14

Οκτώ κράτη μέλη υπερέβησαν τις ποσοστώσεις γάλακτος το 2013/14

Οκτώ κράτη μέλη – Γερμανία, Κάτω Χώρες, Πολωνία, Δανία, Αυστρία, Ιρλανδία, Κύπρος και Λουξεμβούργο – υπερέβησαν τις ποσοστώσεις τους για παραδόσεις γάλακτος το 2013/2014 και, συνεπώς, πρέπει να καταβάλουν χρηματικές ποινές («υπερεισφορά») συνολικού ύψους 409 εκατ. ευρώ περίπου. Μολονότι σημειώθηκε υπέρβαση των ποσοστώσεων σε αυτά τα κράτη μέλη, οι συνολικές παραδόσεις της ΕΕ παρέμειναν κατά 4,6% κάτω από τη συνολική ποσόστωση, σε σύγκριση με 6,0 % το 2012/13. Επιπλέον, οι Κάτω Χώρες υπερέβησαν την ποσόστωση άμεσων πωλήσεων κατά 3.300 τόνους (4,2 %) και αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο καταβολής συμπληρωματικής εισφοράς 918.000 ευρώ.

Σύμφωνα με τις δηλώσεις των κρατών μελών για το έτος που λήγει στις 31 Μαρτίου 2014, τα προαναφερθέντα οκτώ κράτη μέλη υπερέβησαν τις εθνικές ποσοστώσεις κατά 1 469 000 τόνους.

Ο αριθμός των κρατών μελών που έχουν υπερβεί τις ποσοστώσεις τους παραμένει περιορισμένος και η σχετική πλεονασματική παραγωγή υπολογίζεται σε 1,0 % της συνολικής ποσότητας γάλακτος που έχει παραδοθεί ή έχει καλυφθεί από άμεσες πωλήσεις (0,1 % το προηγούμενο έτος ποσόστωσης γάλακτος). Περίπου 20 κράτη μέλη παρέμειναν κάτω από την ποσόστωση, και από αυτά τα 14 σε ποσοστό μεγαλύτερο από 10% κάτω από την ποσόστωση παραδόσεων.

Το καθεστώς γαλακτοκομικών ποσοστώσεων θα καταργηθεί την 1η Απριλίου 2015.

Πώς λειτουργεί το καθεστώς

Το καθεστώς γαλακτοκομικών ποσοστώσεων θεσπίστηκε τη δεκαετία του ’80 με στόχο την αντιμετώπιση των προβλημάτων της πλεονασματικής παραγωγής. Σε κάθε κράτος μέλος χορηγούνται δύο ποσοστώσεις, μία για τις παραδόσεις σε γαλακτοκομικές μονάδες (97,6% του συνόλου της ΕΕ), και μία για τις απευθείας πωλήσεις σε επίπεδο γεωργικής εκμετάλλευσης (2,4%). Οι ποσότητες αυτές κατανέμονται μεταξύ των παραγωγών (ατομικές ποσοστώσεις) σε κάθε κράτος μέλος. Όταν ένα κράτος μέλος υπερβαίνει την εθνική του ποσόστωση, οι παραγωγοί καταβάλλουν στο οικείο κράτος μέλος συμπληρωματική εισφορά 27,83 ευρώ ανά 100 κιλά (που συνήθως ονομάζεται «υπερεισφορά»), ανάλογα με τη συμμετοχή τους στην υπέρβαση κατά το έτος ποσόστωσης (1 Απριλίου – 31 Μαρτίου). Τα ποσά αυτά καθορίζονται μετά από ανακατανομή της μη χρησιμοποιηθείσας ποσόστωσης των άλλων παραγωγών.