Όσα πρέπει να ξέρετε για την αγορά ελαιολάδου στη Γερμανία

Όσα πρέπει να ξέρετε για την αγορά ελαιολάδου στη Γερμανία

  • Η Γερμανία είναι η 11η μεγαλύτερη αγορά ελαιολάδου στον κόσμο
  • Η κατανάλωση ελαιολάδου στην Γερμανία σχεδόν εξαπλασιάστηκε τα τελευταία 20 χρόνια
  • Η κατά κεφαλήν κατανάλωση ελαιολάδου αυξάνεται, αλλά παραμένει σε χαμηλά επίπεδα σε σύγκριση με τις μεσογειακές χώρες.
  • Το μεγαλύτερο ποσοστό των εισαγωγών ελαιολάδου της Γερμανίας αφορά παρθένο ελαιόλαδο.
  • Κυριότερη προμηθεύτρια χώρα της Γερμανίας είναι με διαφορά η Ιταλία (3/4 των εισαγωγών). Η Ελλάδα και η Ισπανία διαθέτουν μερίδια περίπου 10% η κάθε μία επί του συνόλου των εισαγωγών
  • Οι ελληνικές εξαγωγές παρθένου ελαιολάδου αυξήθηκαν το 2012 σε περίπου 6,2 χιλ. τόννους, αξίας περίπου 24 εκ. €.
  • Η λιανική τιμή πώλησης του εξαιρετικά παρθένου ελαιολάδου μπορεί να ξεπεράσει τα 50 € /λίτρο

Αναλυτικότερα:

Κατανάλωση ελαιολάδου

Η κατανάλωση ελαιολάδου στη Γερμανία εκτιμάται ότι αυξήθηκε το 2012, με βάση τα στοιχεία του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιολάδου, στους 59 χιλιάδες τόννους. Έτσι, η ανοδική τάση στην κατανάλωση ελαιολάδου φαίνεται να συνεχίζεται: συνολικά στην εικοσαετία 1990-2010, η κατανάλωση ελαιολάδου στη Γερμανία σχεδόν εξαπλασιάστηκε. Η Γερμανία κατατάσσεται έτσι στην 11η θέση διεθνώς σε ότι αφορά την κατανάλωση ελαιολάδου, με μερίδιο που αντιστοιχεί στο 1,9% της παγκόσμιας κατανάλωσης, και είναι μια από τις σημαντικότερες αγορές ελαιολάδου μεταξύ των χωρών που δεν διαθέτουν παραγωγή.

Κατά κεφαλήν κατανάλωση ελαιολάδου – Διατροφικές συνήθειες των Γερμανών

Η κατά κεφαλήν ετήσια κατανάλωση ελαιολάδου υπολογίζεται ότι ανήλθε το 2012 στα 0,73 κιλά/έτος, έχοντας σημειώσει αξιόλογη άνοδο σε σχέση με το επίπεδο της δεκαετίας 2000-2009.

Παρόλα αυτά, η κατά κεφαλήν κατανάλωση ελαιολάδου παραμένει σε πολύ χαμηλότερα επιπέδα σε σύγκριση με τις κυριότερες ελαιοπαραγωγικές χώρες.

Η κατά κεφαλήν κατανάλωση άλλων λιπών μειώνεται συνεχώς, παραμένει ωστόσο σε σαφώς υψηλότερα επίπεδα. Έτσι, φαίνεται ότι η αύξηση της κατά κεφαλήν κατανάλωσης ελαιολάδου εντάσσεται σε μια γενικότερη σταδιακή μεταστροφή των διατροφικών συνηθειών των Γερμανών, με μείωση της κατά κεφαλήν κατανάλωσης βουτύρου (από τα 6,6 κιλά το 2000 στα 5,9 κιλά το 2011) και μαργαρίνης (από τα 6,7 κιλά το 2000 στα 4,9 το 2011).

Οι εισαγωγές ελαιολάδου-Αξία και ποσότητα

Οι εισαγωγές ελαιολάδου της Γερμανίας, εμφανίζονται με βάση τα προσωρινά στατιστικά στοιχεία της Γερμανικής Στατιστικής υπηρεσίας, να υποχώρησαν ελαφρά το 2012, περιοριζόμενες στους 65,3 χιλιάδες τόννους. Δεδομένου ότι τα προσωρινά στατιστικά στοιχεία υποεκτιμούν την ποσότητα εισαγωγών κατά προσέγγιση κατά 3 – 4 χιλιάδες τόννους, εκτιμάται ότι η ανοδική πορεία των εισαγωγών ελαιολάδου της Γερμανίας δεν ανακόπηκε το 2012, και ότι
κατά προσέγγιση η εισαγόμενη ποσότητα πρέπει να κυμάνθηκε στο επίπεδο των 68-69 χιλιάδων τόννων.

Μερίδιο περίπου 7-9% της εισαγόμενης στη Γερμανία ποσότητας ελαιολάδου επανεξάγεται.

Έτσι, η ποσότητα των καθαρών εισαγωγών ελαιολάδου στη Γερμανία υπολογίζεται για το 2012 σε 60,3 χιλιάδες τόννους, έχοντας αυξηθεί κατά 10 χιλιάδες τόννους (+20%) στο διάστημα της πενταετίας 2008-2012.

Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι η αξία των εισαγωγών ελαιολάδου στη Γερμανία δεν εμφανίζεται να ακολουθεί την ανοδική πορεία της ποσότητας, καθώς η μέση τιμή εισαγωγών έχει υποχωρήσει στο διάστημα 2008-2012 από τα 3,72 €/kg στα 3,03 €/kg.

Συνολικά κατά την δεκαπενταετία 1998-2012, η ποσότητα των εισαγωγών ελαιολάδου της Γερμανίας έχει σχεδόν τριπλασιαστεί (αύξηση κατά 173%), αυξανόμενη από τους 23 στους 65 χιλιάδες τόννους.

Το μεγαλύτερο ποσοστό των εισαγωγών ελαιολάδου της Γερμανίας αφορά παρθένο ελαιόλαδο (δασμολογική κατηγορία 15.09.10.90). Το 2012, το μερίδιο του παρθένου ελαιολάδου επί του συνόλου των εισαγωγών ήταν 85,3% σε όρους ποσότητας και 86,9% σε όρους αξίας.

Κατά τη δεκαετία 2000-2010, το ποσοστό του παρθένου ελαιολάδου επί του συνόλου των γερμανικών εισαγωγών σημείωσε ανοδική πορεία και έφθασε στο υψηλότερο σημείο του (94,9%) το 2007. Τα τελευταία πέντε χρόνια ωστόσο, η τάση φαίνεται να έχει αντιστραφεί, με το μερίδιο του παρθένου ελαιολάδου να μειώνεται στο 85,3% το 2012.

Η ποσότητα των εισαγωγών παρθένου ελαιολάδου στη Γερμανία υπολογίζεται για το 2012 σε 55,7 χιλιάδες τόννους, ενώ η ποσότητα των εισαγωγών άλλων ελαιολάδων ανήλθε σε 9,5 χιλιάδες τόννους περίπου.

Σε όρους αξίας, οι εισαγωγές παρθένου ελαιολάδου υπολογίζονται για το 2012 σε 172 εκ. € περίπου, ενώ η αξία των εισαγωγών άλλων ελαιολάδων ανήλθε σε 25,3 εκ. €.

Προμηθεύτριες χώρες – Εισαγωγές παρθένου ελαιολάδου

Οι κυριότερες προμηθεύτριες χώρες παρθένου ελαιολάδου της Γερμανίας είναι η Ιταλία, η Ισπανία και η Ελλάδα.

Η Ιταλία καλύπτει περίπου τα ¾ της ποσότητας των γερμανικών εισαγωγών, ενώ η Ισπανία και η Ελλάδα ποσοστό περίπου 10% η κάθε μία. Σε όρους αξίας, το μερίδιο της Ελλάδας επί των εισαγωγών παρθένου ελαιολάδου της Γερμανίας είναι υψηλότερο, και κυμαίνεται μεταξύ 11,5-13,5% περίπου.

Κατά το χρονικό διάστημα 2006-2012, παρά τις διακυμάνσεις που παρατηρήθηκαν, δε φαίνεται να υπάρχει μόνιμη σημαντική μετατόπιση των μεριδίων αγοράς μεταξύ των τριών βασικών προμηθευτριών χωρών.

Με βάση τα προσωρινά στατιστικά στοιχεία της Γερμανικής Στατιστικής Υπηρεσίας, οι εισαγωγές παρθένου ελαιολάδου από την Ελλάδα στη Γερμανία περιορίστηκαν το 2012 στους 5,3 χιλ. τόννους και στα 20,1 εκ €. Ωστόσο, καθώς τα προσωρινά στατιστικά στοιχεία υποεκτιμούν κατά κανόνα τα τελικά, εκτιμάται ότι δεν πρέπει να υπήρξε πραγματική μείωση των εισαγωγών από τη χώρα μας κατά το τελευταίο έτος.

Προμηθεύτριες χώρες – Εισαγωγές άλλου ελαιολάδου

Όπως και για το παρθένο ελαιόλαδο, οι κυριότερες προμηθεύτριες χώρες άλλου ελαιολάδου είναι η Ισπανία, η Ιταλία και η Ελλάδα.

Κατά το χρονικό διάστημα 2006-2011 παρατηρήθηκε μεγάλη αύξηση της εισαγόμενης ποσότητας άλλου ελαιολάδου από την Ιταλία, με αποτέλεσμα το μερίδιο της επί των εισαγωγών της Γερμανίας στην κατηγορία αυτή να ανέλθει από το 1,1% το 2006 στο 57,6% το 2011. Με βάση τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία για το 2012, το μερίδιο της Ιταλίας στις εισαγωγές άλλου ελαιολάδου της Γερμανίας περιορίστηκε σε 51,6%. Το μερίδιο της Ισπανίας στις εισαγωγές άλλου ελαιολάδου ανήλθε το 2012 σε 30%, ενώ το μερίδιο της Ελλάδας σε 6,4%.

Οι εισαγωγές άλλου ελαιολάδου της Γερμανίας από την Ελλάδα αυξήθηκαν το 2012 στους 537 τόννους και στα 1,6 εκ. €, έχοντας ακολουθήσει συνεχή αυξητική πορεία από το 2009 και μετά.

Τιμές πώλησης ελαιολάδου-Ένα από τα ακριβότερα έλαια

Σε ότι αφορά την εξέλιξη των τιμών, με βάση τα διαθέσιμα από τον UFOP στοιχεία, το 2011 η μέση τιμή πώλησης του ελαιολάδου περιορίστηκε για πρώτη φορά κάτω από τα 5€/λίτρο, μειούμενη συγκεκριμένα στα 4,96 €/lt.

Έτσι, το ελαιόλαδο παραμένει ένα από τα ακριβότερα έλαια στη γερμανική αγορά, καθώς η λιανική τιμή του ξεπερνά σημαντικά την τιμή του κραμβελαίου (1,94 €/lt), το οποίο παράγεται εγχωρίως ή εισάγεται κυρίως από τις γειτονικές χώρες, όπως η Αυστρία. Το ηλιέλαιο παραμένει το φθηνότερο έλαιο, με λιανική τιμή πώλησης που ανήλθε σε 1,69 €/λίτρο το 2011.

Ενδιαφέρον έχει να σημειωθεί ότι για το ελαιόλαδο η μέση λιανική τιμή πώλησης εμφανίζεται να μειώνεται την τελευταία εξαετία – σε αντίθεση με την παρατηρούμενη τάση για τις άλλες κατηγορίες ελαίων.

Σε κάθε περίπτωση, αξίζει να αναφερθεί η έντονη δραστηριοποίηση του συνδέσμου παραγωγών κραμβελαίου UFOP για την προώθηση του προϊόντος. Στα μέτρα προώθησης του κραμβελαίου περιλαμβάνονται συνεχής παρουσία σε εκθέσεις, συνέδρια, διαφημίσεις, κλπ.

Η προώθηση του κραμβέλαιου δίνει έμφαση στην ποιότητα του προϊόντος, στην καταλληλότητα του για υγιεινή διατροφή και στη συμβατότητα του με τη μεσογειακή κουζίνα, με αποτέλεσμα σε ορισμένα δημοσιεύματα σχετικά με την αξιολόγηση ελαίων το κραμβέλαιο να παρουσιάζεται ως προϊόν πιο υγιεινό και από το ελαιόλαδοi – αν και μη συγκρινόμενο από γευστική άποψη.

Κανάλια διανομής – Τμηματοποίηση αγοράς

Εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο διακινείται τόσο στα supermarket και τα discounters, όσο και στα πολυκαταστήματα και τα καταστήματα delicatessen. Για το λόγο αυτό, το φάσμα τιμών στο οποίο διατίθεται το εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο είναι ευρύτατο.

Ανά κανάλι διανομής, οι λιανικές τιμές πώλησης του εξαιρετικά παρθένου ελαιολάδου κατά προσέγγιση, είναι:
· στα discounters: από 3,5 έως 7 € /λίτρο
· στα supermarkets: από 4,5 έως 25 € /λίτρο
· στα τμήματα gourmet των πολυκαταστημάτων Karstadt (Perfetto) και Galeria Kaufhof: από 10 έως 36 € /λίτρο
· στα καταστήματα delicatessen και στα εξειδικευμένα online shops: οι τιμές ξεκινούν περίπου από τα 18 € /λίτρο και μπορεί να ξεπεράσουν τα 50 € /λίτρο για ορισμένα premium/lux προϊόντα

Η τοποθέτηση του προϊόντος ως premium βασίζεται στις συνιστώσες ποιότητα (π.χ. οξύτητα χαμηλότερη του 0,3, υπεροξείδια < 8mg), διεθνή βραβεία που πιστοποιούν την υψηλή αυτή ποιότητα, και συσκευασία, ώστε το προϊόν να αναβαθμίζεται από τρόφιμο καθημερινής χρήσης σε είδος δώρου.

Πέραν της έντονης παρουσίας προϊόντων με την ετικέτα της εταιρείας λιανικής πώλησής τους, πολύ διαδεδομένα είναι και τα προϊόντα με την ετικέτα του εισαγωγέα, δυσκολεύοντας περαιτέρω την τοποθέτηση προϊόντων με το brand του παραγωγού.

Φορείς οργανοληπτικής αξιολόγησης

Το μοναδικό πιστοποιημένο δημόσιο πάνελ οργανοληπτικού ελέγχου στη Γερμανία είναι αυτό της υπηρεσίας ασφάλειας τροφίμων της Βαυαρίας -Olivenöl Sensorik Panel des Bayerischen Landesamtes für Gesundheit und Lebensmittelsicherheit (LGL), το οποίο ιδρύθηκε το 1999 και αναγνωρίστηκε από το IOOC το 2001vi.

Πέραν αυτού, υπάρχουν ακόμα δύο πάνελ –όχι δημόσια– για τη διεξαγωγή οργανοληπτικής αξιολόγησης ελαιολάδων.

Διαγωνισμοί και βραβεία ελαιολάδου

Ο σημαντικότερος διαγωνισμός ελαιολάδου που πραγματοποιείται στη Γερμανία είναι ο διαγωνισμός Olio Award του περιοδικού γευσιγνωσίας και μαγειρικής Der Feinschmeckerxv (περίπου 75.000 τεύχη μηνιαίως). Το βραβείο Olio Award απονέμεται ετησίως από το 2009 και μετά, κατόπιν δοκιμής που διεξάγεται από κριτική επιτροπή αποτελούμενη από ειδικούς από διάφορες χώρες

Σε κάθε διαγωνισμό συμμετέχουν περί τα 750-1000 ελαιόλαδα, δείγματα των οποίων αποστέλλονται στη σύνταξη του περιοδικού είτε από την εταιρεία που τα εισάγει και εμπορεύεται στη Γερμανία, είτε απευθείας από τον παραγωγό. Η αποστολή των δειγμάτων ξεκινά το Νοέμβριο κάθε χρονιάς, ενώ η γευστική δοκιμή πραγματοποιείται τον Μάρτιο της επόμενης χρονιάς και διαρκεί μια εβδομάδα.

Μικρότεροι διαγωνισμοί ελαιολάδου που πραγματοποιούνται στο γερμανόφωνο χώρο είναι ακόμα ο International Olive Oil Award – Zürich, o διαγωνισμός ελαιολάδων στο πλαίσιο της σημαντικότερης έκθεσης βιολογικών προϊόντων BioFach καθώς και ο διαγωνισμός του περιοδικού Selection.

Διεθνείς διαγωνισμοί ελαιολάδου, με επιρροή και στη γερμανική αγορά είναι ακόμα οι:

  • Mario Solinas Quality Award, International Olive Oil Council
  • Los Angeles International Extra Virgin Olive Oil Competition
  • New York Olive Oil Competition
  • Terra Olivo, Israel

Στοιχεία από μελέτη του Γενικού Προξενείου της Ελλάδος στο Ντυσσελντορφ