Η αγορά των επιτραπέζιων ελιών στη Γαλλία – Η θέση των ελληνικών εξαγωγών

Η αγορά των επιτραπέζιων ελιών στη Γαλλία – Η θέση των ελληνικών εξαγωγών

Επιμέλεια: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΕΩΡΓΙΑ

Η παραγωγή επιτραπέζιων ελιών στη Γαλλία είναι μικρή (έως 2000 τόνους) και υπολείπεται σημαντικά της εσωτερικής ζήτησης (έως και 67.300 τόνους). Η κύρια αιτία της μεγάλης μειώσεως του ποσοστού κάλυψης της κατανάλωσης δεν είναι η φθίνουσα εξελικτική πορεία της εγχώριας παραγωγής, αλλά η συνεχής άνοδος της εσωτερικής ζήτησης.

Η ικανοποίηση της εσωτερικής ζήτησης βασίζεται πλέον ουσιαστικά στις εισαγωγές καθώς η εγχώρια παραγωγή δεν μπορεί να ικανοποιήσει παρά ένα ελάχιστο ποσοστό της κατανάλωσης. Οι κύριοι προμηθευτές της γαλλικής αγοράς είναι παραδοσιακά η Ισπανία και το Μαρόκο.

Η καλλιέργεια της ελιάς, για προφανείς κλιματολογικούς λογούς, περιορίζεται στην περιοχή της μεσογειακής Γαλλίας. Οι γαλλικοί ελαιώνες εκτείνονται κυρίως στη περιοχή μεταξύ της Νίκαιας και της Μασσαλίας.

Χωρίς τίτλο

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται αύξηση της ζήτησης των επιτραπέζιων ελιών εξαιτίας του γεγονότος ότι θεωρούνται προϊόντα μεσογειακής διατροφής και κατά συνέπεια προϊόντα υγιεινής διατροφής. Στις τελευταίες δύο δεκαετίες η κατανάλωση έχει σχεδόν υπερδιπλασιαστεί. Το μέγεθος της αύξησης αυτής είναι εντυπωσιακό για ένα παραδοσιακό αγροτικό προϊόν.  Μεγαλύτερη ζήτηση του προϊόντος υπάρχει στις νότιες, μεσογειακές περιοχές οι οποίες διαθέτουν την παράδοση της μεσογειακής διατροφής.

Ελληνικές επιτραπέζιες ελιές στη Γαλλία

Οι ελληνικές επιτραπέζιες ελιές χαίρουν εκτιμήσεως από τους Γάλλους καταναλωτές κυρίως για την ποικιλία “ελιά Καλαμών”. Το προϊόν ανευρίσκεται κυρίως στις υπεραγορές αλλά και σε πολύ-καταστήματα (π.χ Grande Épicerie de Paris, Galeries Lafayette, Marks & Spencer) που εξειδικεύονται στη πώληση υψηλής ποιότητας προϊόντων, στις λαϊκές αγορές και τα μικρά παντοπωλεία. Οι ελιές διατίθενται είτε συσκευασμένες, είτε χύμα.

Στη Γαλλία είναι επίσης πολύ γνωστές οι ελιές με την ονομασία “Olives à la grecque”, οι οποίες είναι συνήθως από την ποικιλία θρουμποελιάς.

Η Ελλάδα, παρόλο τις μεγάλες εξαγωγές που πραγματοποιεί σε πολλές αγορές του εξωτερικού, δεν έχει να επιδείξει αξιοσημείωτες επιδόσεις στη γαλλική αγορά. Στις γαλλικές εισαγωγές από τις κοινοτικές χώρες οι ελληνικές εξαγωγές ευρίσκονταν στη 2η θέση για τα έτη 2010, 2011 και 2012 υποχωρώντας στην 3η για τα επόμενα δύο έτη. Εντούτοις, η χώρα μας σημείωσε το 2013 την καλύτερη επίδοσή των τελευταίων τριών δεκαετιών με 5,2 εκατ. € ή 3271 τόνους.

Οι ελληνικές εξαγωγές επιτραπέζιων ελιών στη γαλλική αγορά κατείχαν, σε σχέση με το σύνολο των ελληνικών εξαγωγών που πραγματοποιούνταν για τα έτη 2010-2012 στον κοινοτικό οικονομικό χώρο, ένα μερίδιο της τάξεως του 2%. Το μερίδιο αυτό αυξήθηκε το 2013 στο 3,8% για να μειωθεί στο 2,6% το 2014.

Σε σχέση με τις άλλες κοινοτικές αγορές υποδοχής των ελληνικών επιτραπέζιων ελιών η Γαλλία κατέλαβε το 2013 την 8η θέση που είναι και η καλύτερη που έχει να επιδείξει.

Όσον αφορά τις τιμές εξαγωγής λαμβάνοντας το πρώτο και το τελευταίο έτος της εξεταζόμενης περιόδου παρατηρούμε ότι η μέση τιμή των ελληνικών ελιών είναι πολύ ανώτερη των ισπανικών, των μαροκινών και των κοινοτικών ελιών.

Μέση τιμή εξαγωγής ανά κιλό των επιτραπέζιων ελιών στη Γαλλία (€)

Χωρίς τίτλο2

Πότε και πως καταναλώνουν ελιές οι Γάλλοι

Οι Γάλλοι καταναλώνουν τις επιτραπέζιες ελιές καθ’ όλη την διάρκεια του έτους και ιδιαίτερα τους καλοκαιρινούς μήνες. Ο Ιούλιος είναι ο μήνας αιχμής της κατανάλωσης και κατ’ επέκταση των εισαγωγών.

Οι βρώσιμες ελιές καταναλώνονται, επί το πλείστον, ως ορεκτικό (88%), αλλά και κατά την διάρκεια του γεύματος και του δείπνου.

Επίσης, η χρήση των ελιών ως συστατικό στην παρασκευή φαγητών αρχίζει να αποτελεί τα τελευταία έτη ιδιαίτερα διαδεδομένη συνήθεια.

Οι μαύρες ελιές χρησιμοποιούνται περισσότερο στη μαγειρική (55%) σε σύγκριση με τις πράσινες (47%) που καταναλώνονται νωπές.

Σύμφωνα με έρευνα σε άτομα που καταναλώνουν συστηματικά ελιές, το 30,65% προτιμούν ελιές Γαλλίας, το 20,22% Ισπανίας, το 18,24% Ελλάδας, το 12,03% Ιταλίας, το 9,18% Μαρόκου, το 4,84% Τυνησίας, το 3,47% Τουρκίας και το 1,12% Αιγύπτου.

Σύμφωνα με τις στατιστικές έρευνες του Εθνικού Ινστιτούτου Στατιστικής και Οικονομικών Μελετών
Γαλλίας (Insee), που αφορούν το μερίδιο των τεσσάρων κατηγοριών ηλικιών στο συνολικό πληθυσμό, η ομάδα 35-547 κατατάσσεται στη 1η θέση με 34%, η ομάδα κάτω των 35 ετών στη 2η θέση με 30%, η ομάδα άνω των 65 ετών με 21% στη 3η θέση και τέλος η ομάδα 55-64 με 15% στη 4η θέση.

Αυτό σημαίνει ότι η μέση κατανάλωση ανά νοικοκυριό στις δύο ομάδες των μεγαλύτερων ηλικιών είναι αρκετά υψηλότερη εκείνης των μικρότερων ηλικιών.

Χωρίς τίτλο1

Από το σύνολο της ετήσιας κατανάλωσης, το 39% πραγματοποιείται στις μεγάλες αλυσίδες τροφίμων, το 14% στα παντοπωλεία και άλλα εξειδικευμένα καταστήματα τροφίμων, το 14% στις λαϊκές αγορές, το 7% στην εστίαση, το 1% στις απευθείας πωλήσεις των παραγωγών, το 19% απορροφάται από τη βιομηχανία τροφίμων, και το 6% κατευθύνεται στις εξαγωγές.

Οι κυριότερες γαλλικές ποικιλίες ελιάς

Aglandau: Είναι μια ποικιλία, που χαρακτηρίζεται από την ικανότητα της να αναπτύσσεται γρήγορα. Η παραγωγικότητά της δεν είναι αντίστοιχη με το εύρος της εύκολης ριζοβολίας της. Οι ελιές αυτές, προσφέρουν ένα λάδι υψηλής ποιότητας που διατηρείται εξαιρετικά καλά. Παρά ταύτα, έχει μικρή περιεκτικότητα σε έλαιο και ο πυρήνας της είναι δύσκολο να διαχωριστεί από τη σάρκα. Είναι ανθεκτική στη βερτισιλλίωση και ευαίσθητη στην κοχενίλλη.

Bouteillan: Η συγκεκριμένη ποικιλία απαιτεί ηλιοφάνεια. Ξεκινά την καρποφορία της πρώιμα, ενώ η παραγωγικότητα της είναι εξαιρετικά υψηλή και σταθερή. Καλλιεργείται κατά κύριο λόγο σε αρδευόμενες εκτάσεις. Χαρακτηρίζεται από την ταχεία ανάπτυξη της και την υψηλή της απόδοση σε λάδι. Το μέγεθος του καρπού είναι ακανόνιστο και η σάρκα είναι σχεδόν αποκομμένη από τον πυρήνα. Εξαιρετικά ανθεκτική στο κρύο αλλά ευαίσθητη σε επιθέσεις από αρρώστιες όπως ο δάκος.

Grossane (εμπορική ονομασία Olives noires de la Vallée des Baux de Provence): Η παραγωγικότητα της είναι μεσαίου βαθμού. Ο συγκεκριμένος τύπος ελιάς χρησιμοποιείται κυρίως για τη παραγωγή αρωματικών ελαίων καθώς η απόδοση της είναι χαμηλή (16%) και η ανθεκτικότητα της το ίδιο.
Lucques: Εξαιρετικά απαιτητική ποικιλία τόσο σε ποιότητα εδάφους όσο και στις κλιματολογικές συνθήκες και την αρδευόμενη υποστήριξη της. Η παραγωγικότητα της είναι μεσαίου βαθμού, ενώ οι καρποί της, αν και συλλέγονται πρώιμα, είναι αρκετά μεγάλοι. Χρησιμοποιούνται κατά κύριο λόγο στην επιτραπέζια παραγωγή των πράσινων ελιών.

Picholine Languedoc (εμπορική ονομασία Olive de Nîmes): Η κυρίαρχη γαλλική ποικιλία είναι ικανή να προσαρμόζεται σε διαφορετικά περιβάλλοντα, ενώ η παραγωγικότητα της είναι σταθερά υψηλή ανάλογα και με την δυνατότητα άρδευσης. Κατά κύριο λόγω, χρησιμοποιείται στην παραγωγή επιτραπέζιων πράσινων ελιών, αλλά και ελαιολάδου εξαιρετικής ποιότητας, το όποιο απαιτεί ειδική διαδικασία εκχύλισης.

Salonenque (εμπορική ονομασία Olives cassées de la Vallée des Baux de Provence): Εξαιρετικά ανθεκτική ποικιλία, ικανή να προσαρμόζεται στα φτωχότερα εδάφη και να ανταποκρίνεται καλά σε διάφορες πρακτικές καλλιέργειας. Η παραγωγικότητά της είναι υψηλή και σταθερή. Οι καρποί της συλλέγονται πριν την πλήρη ωρίμανση τους και χρησιμοποιούνται στην παράγωγη ελαιολάδου με απόδοση μέτρια προς υψηλή. Κατά κύριο λόγο προορίζονται για την κονσερβοποίηση των πράσινων επιτραπέζιων ελιών κομμένων σε λεπτές φέτες.

Tanche (εμπορική ονομασία Olives noires de Nyons): Η λιγότερο ανθεκτική ποικιλία, απαιτεί πολλή προσοχή και μαλακό χώμα. Η σάρκα διαχωρίζεται εύκολα από τον πυρήνα, ενώ το μέγεθος του καρπού είναι ακανόνιστο. Καλλιεργούνται για την παρασκευή τουρσί επιτραπέζιων μαύρων ελιών, και στην παραγωγή ελαιολάδου λόγω της υψηλής περιεκτικότητας σε έλαιο και την ποιότητα του τελευταίου μετά την εκχύλιση. Το λάδι και οι ελιές εντάσσονται στην κατηγορία Π.Ο.Π. με ονομασία προέλευσης «Nyons».

Οι δυο βασικές ποικιλίες που καλλιεργούνται για την παραγωγή επιτραπέζιων ελιών είναι οι Picholine στην κατηγορία των πράσινων και οι Tanche στην κατηγορία των μαύρων. Κατά μέσο όρο, και με περίοδο αναφοράς τη τελευταία πενταετία, το μερίδιο των πράσινων ελιών κυμαίνεται πέριξ του 70% και των μαύρων ελιών στο 30%.

Υπάρχουν 5 προστατευμένες ονομασίες προέλευσης (ΠΟΠ) οι οποίες σύμφωνα με το κοινοτικό ηλεκτρονικό αρχείο DOORS είναι:
1. Olive de Nice
2. Olive de Nîmes
3. Olive cassée de la Vallée des Baux de Provence
4. Olive noire de la Vallée des Baux de Provence
5. Olive noire de Nyons

Σχετικά άρθρα: