!
Η αγορά βιολογικών προϊόντων στην Τουρκία – Οι βασικότερες κατηγορίες προϊόντων

Η αγορά βιολογικών προϊόντων στην Τουρκία – Οι βασικότερες κατηγορίες προϊόντων

Επιμέλεια: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΕΩΡΓΙΑ

Ο αγροτικός τομέας κατείχε πάντα ηγετική θέση στην τουρκική οικονομία κυρίως λόγω των φυσικών πόρων που διαθέτει η χώρα όπως βιολογική βιοποικιλότητα, καλό κλίμα και πλούσιο σε οργανικές ουσίες έδαφος.

Το 22% περίπου των Τούρκων εργαζομένων (5 εκ. περίπου) απασχολούνται στον αγροτικό τομέα ενώ η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία του αγροτικού τομέα στην Τουρκία υπολογίζεται σε 9% του ΑΕΠ έναντι 1,4% στην ΕΕ.

Από 313 βιοκαλλιεργητές το 1990 στους 71.472 το 2014…

Στην Τουρκία, η παραγωγή βιολογικών τροφίμων ξεκίνησε το 1984 λόγω της ζήτησης από ευρωπαϊκές χώρες για βιολογικά ξερά σύκα και σταφίδες. Ο τομέας των βιολογικών αγροτικών προϊόντων αναπτύχθηκε ραγδαία μεταξύ του 1990 και του 1999 όταν ο αριθμός των γεωργών που απασχολούνταν στη βιολογική γεωργία αυξήθηκε από 313 σε 12.275 και η καλλιεργήσιμη γη για την παραγωγή βιολογικών προϊόντων από 1.037 εκτάρια σε 46.508 εκτάρια.

Σύμφωνα με στοιχεία της στατιστικής Υπηρεσίας Τουρκίας, το 2014, αξιοποιήθηκαν περίπου 883.118 εκτάρια γης για την παραγωγή πάνω από 208 διαφορετικών ειδών βιολογικών προϊόντων ενώ ο αριθμός των αγροτών που απασχολήθηκαν στη βιολογική γεωργία ανήλθε σε 71.472. Οι βασικότερες κατηγορίες των εν λόγω προϊόντων είναι : αποξηραμένα φρούτα, ξηροί καρποί, μπαχαρικά και βότανα, φρέσκα / μεταποιημένα φρούτα και λαχανικά, όσπρια, δημητριακά, βιομηχανικά φυτά και σπορέλαιο.

80% της βιολογικής παραγωγής εξάγεται

Η βιολογική γεωργία στην Τουρκία δε μπορεί να θεωρηθεί αναπτυγμένη καθώς σήμερα μόλις το 3,3% της συνολικής καλλιεργήσιμης γης αξιοποιείται για την καλλιέργεια βιολογικών αγροτικών προϊόντων (από 1,92% το 2009). Επιπλέον, σε αντίθεση με την παραδοσιακή γεωργία, οι τιμές των βιολογικών προϊόντων ρυθμίζονται αποκλειστικά από την αγορά ενώ οι γεωργικές μονάδες  βιολογικής παραγωγής είναι μικρής κλίμακας και κατακερματισμένες. Η μεγάλη απόκλιση των τιμών μεταξύ των βιολογικών και συμβατικών γεωργικών προϊόντων έχει σαν αποτέλεσμα τη μειωμένη ζήτηση στην εγχώρια αγορά και την εξαγωγή περίπου του 80% της βιολογικής παραγωγής.

Η πλειοψηφία των τουρκικών εξαγωγών βιολογικών προϊόντων κατευθύνεται προς της χώρες της ΕΕ και πιο συγκεκριμένα κυρίως προς τη Γερμανία, τη Γαλλία και την Ολλανδία. Επίσης, τα τελευταία χρόνια, οι ΗΠΑ έχουν αποτελέσει σημαντική χώρα υποδοχής των εν λόγω τουρκικών προϊόντων. Ο όγκος των εξαγωγών των τουρκικών βιολογικών προϊόντων αυξήθηκε εντυπωσιακά από 8.616 τόνους αξίας 19.370.599$ το 1988 σε 7.565.604 τόνους αξίας 27.504.928$ το 2009 για να φτάσει τους 15.552.638 τόνους αξίας 78.779.537$ το 2014. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 2009 το 95-99% της συνολικής βιολογικής παραγωγής κατευθύνθηκε προς το εξωτερικό, ποσοστό που έχει πέσει σήμερα στο 75-80% περίπου.

Στα σημαντικότερα εξαγώγιμα τουρκικά βιολογικά προϊόντα συμπεριλαμβάνονταν το 2014 οι ξηροί καρποί, τα φρούτα, το βαμβάκι και άλλα υφαντουργικά προϊόντα, η κάπαρη, οι φακές, το σιτάρι και τα λαχανικά. Τα προηγούμενα έτη σημαντικά ποσά καταγράφονται στις τουρκικές εξαγωγές καρπουζιών, πεπονιών, σταφυλιών και μήλων ενώ στην κατηγορία των λαχανικών, τα τουρκικά βιολογικά αγγούρια, οι ντομάτες, οι μελιτζάνες, οι πιπεριές και τα καρότα κατευθύνονται προς τις αγορές του εξωτερικού.

Πέρα από τα παραδοσιακά προϊόντα της Τουρκίας όπως είναι τα αποξηραμένα φρούτα, οι ξηροί καρποί και το βαμβάκι που έχουν τη μερίδα του λέοντος όσον αφορά στις εξαγωγές βιολογικών προϊόντων, θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα επεξεργασμένα προϊόντα όπως επίσης και τα αρωματικά βότανα καταγράφουν σημαντικές αυξήσεις στις εν λόγω εξαγωγές.

Οι τουρκικές εισαγωγές βιολογικών προϊόντων είναι περιορισμένες και αποσπασματικές. Οι Τούρκοι καταναλωτές που προτιμούν βιολογικά προϊόντα αυξάνονται κάθε χρόνο αλλά η ζήτηση παραμένει σε χαμηλά επίπεδα. Ενδιαφέρον φαίνεται να υπάρχει για προϊόντα που δεν παράγονται στην Τουρκία όπως είναι ο καφές και η σοκολάτα, για βιολογικό σιτάρι και βαμβάκι (που παράγονται σε τρίτες χώρες από εταιρίες ως επί των πλείστων τουρκικών συμφερόντων), για σόγια και για τυποποιημένα προϊόντα.

Σε γενικές γραμμές ο τομέας των αγροτικών προϊόντων και των ειδών διατροφής στην Τουρκία είναι ιδιαιτέρως προστατευμένος από τον διεθνή ανταγωνισμό με περιοριστικού τύπου εισαγωγικές πρακτικές καθώς και υψηλό δασμολόγιο.

Στήριξη του κλάδου

Τα τελευταία χρόνια, η τουρκική κυβέρνηση ξεκίνησε να υποστηρίζει πιο ενεργά τη βιολογική γεωργία παρέχοντας άμεσες εισοδηματικές ενισχύσεις (100€/ εκτάριο) καθώς και επιχειρηματικά / επενδυτικά δάνεια από την κρατική τράπεζα ZIRAAT με έκπτωση 60% για φάρμες βιολογικής καλλιέργειας. Παράλληλα, με βάση το νόμο του 2004 για τη βιολογική γεωργία, η κρατική τηλεόραση υποχρεούται να προβάλλει τουλάχιστον ένα μισάωρο το μήνα εκπαιδευτικές / ενημερωτικές εκπομπές προκειμένου να ευαισθητοποιήσει τόσο στους παραγωγούς όσο και στους καταναλωτές για τα πλεονεκτήματα της βιολογικής γεωργίας.

Η έλλειψη πληροφόρησης αναφορικά με τα διατροφικά πλεονεκτήματα κατανάλωσης βιολογικών προϊόντων αποτελεί μόνο ένα από τους λόγους της μειωμένης ζήτησης από την εγχώρια αγορά. Ο βασικότερος ίσως λόγος σχετίζεται με το γεγονός  ότι το μέσο εισοδηματικό επίπεδο των Τούρκων είναι χαμηλό και η διανομή του εισοδήματος είναι ανισομερής ενώ τα βιολογικά προϊόντα είναι κατά 40% περίπου ακριβότερα από ότι τα παραδοσιακά τρόφιμα.

Σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποιήθηκε από το Πανεπιστήμιο της Σμύρνης, από τους 1000 καταναλωτές μόλις το 15% ήταν διατεθειμένοι να αγοράσουν βιολογικά προϊόντα. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτό το 15% των Τούρκων κατέχει το 50% του συνολικού εισοδήματος.

Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια έχει παρατηρηθεί μια σημαντική αύξηση των υπαίθριων αγορών πώλησης βιολογικών προϊόντων στις μεγάλες πόλεις με παράλληλη αύξηση της γκάμας των προϊόντων που διατίθενται. Επιπλέον, αλυσίδες σουπερ μάρκετ όπως οι Tesco, Kipa και Migros έχουν ξεκινήσει την παραγωγή δικών τους βιολογικών προϊόντων ενώ τα καταστήματα πώλησης εν λόγω προϊόντων έχουν αυξηθεί σημαντικά κυρίως στην Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη και την Άγκυρα.

Στοιχεία από το γραφείο Ο.Ε.Υ Κωνσταντινούπολη