Ανανεώσιμη ενέργεια από βιομάζα: Κυρίαρχες, δασοκομία και γεωργία

Ανανεώσιμη ενέργεια από βιομάζα: Κυρίαρχες, δασοκομία και γεωργία

Η αύξηση της χρήσης ανανεώσιμης ενέργειας είναι ζωτικής σημασίας, προκειμένου η ΕΕ να μειώσει τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου και να συμβάλει με τον τρόπο αυτό στην προστασία του περιβάλλοντος και ταυτόχρονα να μειώσει την εξάρτησή της από τα ορυκτά καύσιμα και την εισαγόμενη ενέργεια.

Ανανεώσιμη ενέργεια είναι η ενέργεια που παράγεται από ανανεώσιμες, μη ορυκτές, πηγές ενέργειας, οι οποίες αναπληρώνονται με φυσικό τρόπο στη χρονική κλίμακα της ανθρώπινης ζωής. Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας περιλαμβάνουν την ηλιακή, την αιολική, τη θαλάσσια, την υδροηλεκτρική και τη γεωθερμική ενέργεια, καθώς και τη βιοενέργεια.

Κυρίαρχες, δασοκομία και γεωργία

Το 2015, το 26,7 % της παραγόμενης στην ΕΕ πρωτογενούς ενέργειας προερχόταν από ανανεώσιμες πηγές. Η παραγωγή ανανεώσιμης ενέργειας αυξήθηκε κατά 71 % από το 2005 έως το 2015, ενώ η παραγωγή πρωτογενούς ενέργειας από τις περισσότερες άλλες πηγές μειώθηκε κατά την ίδια περίοδο, τόσο σε απόλυτους όσο και σε σχετικούς όρους.

Η βιομάζα είναι μακράν η σημαντικότερη ανανεώσιμη πηγή ενέργειας στην ΕΕ και αντιστοιχεί στο 63,3 % της συνολικής παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας. Το γεγονός αυτό καθιστά τους τομείς της γεωργίας και της δασοκομίας ιδιαίτερα σημαντικούς για την παραγωγή ανανεώσιμης ενέργειας. Το 2010, το 48,5 % της ανανεώσιμης ενέργειας που παρήχθη σε ολόκληρη την ΕΕ προήλθε από δασική βιομάζα, ενώ η γεωργική βιομάζα αντιστοιχούσε σε ένα επιπλέον ποσοστό 10,6 %.

Η βιοενέργεια είναι η ανανεώσιμη ενέργεια που συνδέεται σαφέστερα με τις αγροτικές περιοχές. Οι πρώτες ύλες που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή της προέρχονται, σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις, από αγροτικές περιοχές. Η καλλιέργεια και η παραγωγή γεωργικής και δασικής βιομάζας παρέχει ευκαιρίες, αφενός, για τη διαφοροποίηση του γεωργικού εισοδήματος, τη δημιουργία θέσεων εργασίας και επιχειρηματικών ευκαιριών και, αφετέρου, για την παροχή νέων υπηρεσιών στην ύπαιθρο.

Τα έργα ανανεώσιμης ενέργειας μπορούν να είναι επωφελή για τα τοπικά συμφέροντα και τη βιώσιμη αγροτική ανάπτυξη. Π.χ. ο τομέας της ανανεώσιμης ενέργειας μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία άμεσων θέσεων εργασίας (π.χ. για τη λειτουργία και τη συντήρηση εξοπλισμού), αλλά οι περισσότερες μακροπρόθεσμες θέσεις εργασίας είναι έμμεσες και εντοπίζονται κατά μήκος της αλυσίδας εφοδιασμού (κατασκευαστικός τομέας, τομέας μεταποίησης ή, στην περίπτωση της βιομάζας, τομείς της δασοκομίας και της γεωργίας).

Η ανανεώσιμη ενέργεια μπορεί να αποτελέσει νέα πηγή εισοδήματος για τους γεωργούς ή τους ιδιοκτήτες δασών, αλλά και για τους ιδιοκτήτες γης ή τις τοπικές αρχές. Επιπλέον, παράγοντας τη δική τους ενέργεια, οι αγροτικές κοινότητες εξαρτώνται λιγότερο από τις διακυμάνσεις των τιμών των συμβατικών καυσίμων.

Θετικά παραδείγματα σε αγροτικές περιοχές

Στην Αυστρία, το πρόγραμμα «Klima- und Energie-Modellregionen» (ΚΕΜ) χρηματοδοτείται από το εθνικό ταμείο για το κλίμα και την ενέργεια από το 2009. Καλεί τις περιφέρειες να αναπτύξουν και να υλοποιήσουν ιδέες από τη βάση προς την κορυφή σχετικά με το κλίμα και την ενέργεια και να καλύψουν τη ζήτηση ενέργειας συνδυάζοντας ευφυώς την παραγωγή ανανεώσιμης ενέργειας, την ενίσχυση της ενεργειακής απόδοσης και τους έξυπνους ελέγχους, σύμφωνα με το δικό τους δυναμικό και τις δικές τους ανάγκες. Επί του παρόντος, στο πρόγραμμα KEM συμμετέχουν 99 περιοχές οι οποίες αντιστοιχούν στο 65 % των αγροτικών περιοχών της Αυστρίας.

Η Γαλλία διαθέτει στρατηγικό σχέδιο για την αναερόβια χώνευση, ειδικά για τις αγροτικές περιοχές, το οποίο ονομάζεται EMAA (σχέδιο «Énergie Méthanisation Autonomie Azote»). Στόχος του είναι η κατασκευή 1000 δεξαμενών αναερόβιας αποσύνθεσης σε εκμεταλλεύσεις στη Γαλλία έως το 2020. Το EMAA αποσκοπεί να αναπτύξει ένα γαλλικό μοντέλο για τη μεγιστοποίηση των θετικών εξωτερικών επιδράσεων της αναερόβιας χώνευσης (όπως η μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου ή η ανάκτηση διαφόρων ειδών οργανικών αποβλήτων) και να εξασφαλίσει μια πρόσθετη πηγή εισοδήματος για τους γεωργούς. Στα τέλη του 2015, υπήρχαν σε εκμεταλλεύσεις της Γαλλίας 236 δεξαμενές αναερόβιας αποσύνθεσης.