Ανοίγει ο δρόμος για την καλλιέργεια κλωστικής κάνναβης στην Ελλάδα

Ανοίγει ο δρόμος για την καλλιέργεια κλωστικής κάνναβης στην Ελλάδα

Επιμέλεια: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΕΩΡΓΙΑ

Το Cannabis sativa L είναι είδος κάνναβης που χρησιμοποιείται ως «κλωστική», και η χώρα μας είναι από τα λίγα κράτη μέλη που δεν έχουν ακόμη εναρμονιστεί με το κανονιστικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη νόμιμη καλλιέργειά της.

Στην χώρα μας μέχρι το έτος 2013 ίσχυε ο νόμος 3459/2006 περί ναρκωτικών ο οποίος απαγόρευε την καλλιέργεια της κάνναβης ανεξαρτήτου περιεκτικότητας σε τετραϋδροκανναβινόλη THC, ακόμα και της κλωστικής κάνναβης. Στο νόμο 4139/2013 γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στη δυνατότητα καλλιέργειας ποικιλιών κάνναβης του είδους Cannabis sativa L με περιεκτικότητα σε τετραϋδροκανναβινόλη (THC) κάτω του 0,2%.

Με τη νέα Κοινή Υπουργική Απόφαση – πρόκειται να υπογραφεί τις επόμενες ημέρες – ανοίγει ο δρόμος για την καλλιέργεια κλωστικής κάνναβης (βιομηχανικής κάνναβης) και στη χώρα μας.

Διαδικασία προέγκρισης

Για την καλλιέργεια ποικιλιών βιομηχανικής κάνναβης, ο ενδιαφερόμενος γεωργός, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, υποβάλλει, ηλεκτρονικά ή εγγράφως, αίτηση προέγκρισης στα οικεία Τμήματα Αγροτικής Ανάπτυξης, συνοδευόμενη από:

α) αποδεικτικό για την ακριβή θέση και την έκταση την οποία πρόκειται να καλλιεργήσει και

β) την άδεια χρήσης νερού.

Για την πληρότητα του φακέλου απαιτείται αντίγραφο ποινικού μητρώου γενικής χρήσης.

αιτησηκανναβη

Μέχρι 31 Μαρτίου κάθε έτους, ο γεωργός ο οποίος διαθέτει προέγκριση, δηλώνει στα οικεία Τμήματα Αγροτικής Ανάπτυξης, αν πρόκειται να συνεχίσει την καλλιέργεια ποικιλιών βιομηχανικής κάνναβης και επιβεβαιώνει ή διορθώνει τα στοιχεία που δήλωσε κατά την υποβολή της πρώτης αίτησης.

Υποχρεώσεις γεωργών

Οι παραγωγοί ποικιλιών βιομηχανικής κάνναβης υποχρεούνται:

α) Να διαθέτουν την προέγκριση καλλιέργειας βιομηχανικής κάνναβης.

β) Να υποβάλλουν ενιαία αίτηση ενίσχυσης (ΕΑΕ).

γ) Να προμηθεύονται και να χρησιμοποιούν σπόρους προς σπορά των ποικιλιών που περιλαμβάνονται στον «Κοινό κατάλογο ποικιλιών καλλιεργούμενων φυτικών ειδών».

δ) Να δηλώνουν στα οικεία Τμήματα Αγροτικής Ανάπτυξης, τον χρόνο συγκομιδής τουλάχιστον 10 ημέρες πριν.

ε) Να γνωστοποιούν, στα οικεία Τμήματα Αγροτικής Ανάπτυξης, εντός 10 ημερών:

  • την αλλαγή των προσωπικών στοιχείων και των στοιχείων επικοινωνίας τους,
  • την αλλαγή της ποικιλίας που χρησιμοποιήθηκε στην σπορά,
  • την αποτυχία φυτρώματος της καλλιέργειας και την καλλιέργεια άλλου είδους φυτού,
  • την καταστροφή της καλλιέργειας της βιομηχανικής κάνναβης.

στ) Να καθαρίζουν προσεκτικά το μηχανολογικό εξοπλισμό που χρησιμοποιείται για την σπορά της καλλιέργειας μετά από κάθε χρήση για την αποφυγή της διασποράς της βιομηχανικής κάνναβης σε άλλα αγροτεμάχια.

ζ) Να πληρώνουν το κόστος των αναλύσεων των δειγμάτων που λαμβάνονται από τους ελεγκτές των Τμημάτων Αγροτικής Ανάπτυξης, ανά αγροτεμάχιο και ανά ποικιλία. Τα αποτελέσματα αποστέλλονται από τα εργαστήρια στο οικείο Τμήμα Αγροτικής Ανάπτυξης.

η) Να αναρτούν έντυπο ενημέρωσης, κατά τη σπορά της καλλιέργειας, σε εμφανή θέση σε κάθε αγροτεμάχιο (ιδίως κολώνες, πασσάλους), σχετικά με την καλλιέργεια βιομηχανικής κάνναβης.

Untitled-5

Η συγκομιδή των ποικιλιών βιομηχανικής κάνναβης πραγματοποιείται τουλάχιστον 10 ημέρες από το τέλος της ανθοφορίας.

Οι παραγωγοί, αν το επιθυμούν, μπορούν να συγκομίζουν τις ποικιλίες βιομηχανικής κάνναβης μετά την έναρξη της ανθοφορίας, ΑΛΛΑ πρέπει να έχουν ολοκληρώσει τη συγκομιδή πριν τη λήξη της δεκαήμερης περιόδου από το τέλος της ανθοφορίας.

Έλεχγοι περιεκτικότητας σε τετραϋδροκανναβινόλη

Η εξακρίβωση της περιεκτικότητας των καλλιεργούμενων ποικιλιών βιομηχανικής κάνναβης σε THC διενεργείται από διαπιστευμένα από το ΕΣΥΔ, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, δημόσια και ιδιωτικά εργαστήρια, επιλογής του γεωργού, επί των δειγμάτων που αποστέλλονται σε αυτά για ανάλυση από τα οικεία Τμήματα Αγροτικής Ανάπτυξης.

Αν σε ένα αγροτεμάχιο καλλιεργούνται δύο ή περισσότερες ποικιλίες, η δειγματοληψία και η ανάλυση πραγματοποιούνται ξεχωριστά για κάθε μια από τις ποικιλίες αυτές.

Το κόστος των αναλύσεων των δειγμάτων που λαμβάνονται από τους ελεγκτές επιβαρύνουν τον γεωργό.