Η επιτυχής παρουσία ιδιαίτερα του ελαιολάδου στο Βρετανικό διαιτολόγιο οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι χρησιμοποιείται σε όλα τα προϊόντα...

Η αγορά ελαιολάδου στο Ηνωμένο Βασίλειο

Το Ηνωμένο Βασίλειο κατατάσσεται στην έβδομη θέση του παγκόσμιου πίνακα εισαγωγέων ελαιολάδου του FAO βάση των εισαγομένων ποσοτήτων. Το μερίδιο εισαγωγών του ΗΒ στην παγκόσμια αγορά ελαιολάδου ανέρχεται σε 2,9% το 2011 από 1,9% το 1990.

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία της πενταετίας 2008-2012, οι εισαγωγές ελαιολάδου του Ηνωμένου Βασιλείου, μετά τη σημαντική αύξηση που κατεγράφη το 2008 (17% περίπου), καταγράφουν μέση μείωση της τάξης του 2% κατά μέσο όρο όγκου και κατά 6% κατά μέσο όρο αξίας. Κατά τη διάρκεια της περιόδου, μόνο το 2011 κατεγράφη αύξηση κατά 1,12% στην αξία των εισαγωγών, ενώ όλα τα υπόλοιπα έτη καταγράφεται μείωση με κορύφωση ποσοστό 11,91% του 2012.

Αντιθέτως, ο όγκος των εισαγωγών παρουσιάζει διακυμάνσεις, καθώς μετά την κατά 3,14% μείωση το 2009, κατεγράφη αύξηση 1,36% το 2010 και 4,21% το 2011, για να μειωθεί κατά 4,61% το 2012. Η κάμψη των εισαγωγών της περιόδου, οφείλεται στην γενικότερη μείωση της κατανάλωσης λόγω της κρίσης στη βρετανική οικονομία κατά το έτος 2008, η οποία καταγράφει σημάδια ανάκαμψης κατά το 2013.

Για το 2012, οι συνολικές εισαγωγές ανήλθαν σε 37.203,5 τόννους αξίας 75,59 εκ. λιρών Αγγλίας, μειωμένες κατά 4,61% σε όγκο και 11,91% σε αξία.

Οι εισαγωγές ελαιολάδου

Κυριότεροι προμηθευτές του Ηνωμένου Βασιλείου είναι κατά σειράν η Ισπανία, (με μέσο ποσοστό επί των εισαγωγών, κατά την περίοδο 2008 – 2012, 48,40% της συνολικής αξίας και 54,71% του συνολικού όγκου), η Ιταλία (με 41,52% της αξίας και 36,462% του όγκου), η Ελλάδα (με 5,05% της αξίας και 4,34% του όγκου), η Γερμανία (με 4,80% της αξίας και 4,74% του όγκου) και το Βέλγιο (με 1,06% της αξίας και 1,92% του όγκου).

Σε ότι αφορά στις εισαγωγές από την Ελλάδα, όπως δείχνουν τα σχετικά στοιχεία αυτές καταγράφουν σταδιακή μείωση από το 2008 και έπειτα, με το μερίδιο αγοράς του ελληνικού ελαιολάδου από 5,88%, κατ’ όγκο, το 2008 να συρρικνώνεται στο 3,39% το 2011.

Σημειώνεται ότι ποσότητες ελληνικού ελαιολάδου, οι οποίες δεν μπορούν να καταγραφούν, εισάγονται μέσω Ιταλίας καθώς οι μεγάλες αλυσίδες υπεραγορών πωλούν, ως προϊόν ιδιωτικής ετικέτας, ελληνικό ελαιόλαδο συσκευασμένο στη χώρα αυτή.

Η κατανάλωση ελαιολάδου

Στο Ηνωμένο Βασίλειο καταναλώνονται ετησίως 28 εκατομμύρια λίτρα ελαιολάδου, όλα προερχόμενα από εισαγωγές, ενώ οι πωλήσεις ξεπέρασαν τα 150 εκατομμύρια λίρες Αγγλίας (στοιχεία 2008). Το ποσό αυτό είναι διπλάσιο του δαπανηθέντος το 2000 και σημαντικά υψηλότερο των 90 εκατομμυρίων λιρών που δαπανήθηκαν το 2008 για τα υπόλοιπα φυτικά έλαια, πλην ελαιολάδου. Τα μισά περίπου βρετανικά νοικοκυριά χρησιμοποιούν ελαιόλαδο σήμερα, ποσοστό το οποίο ανερχόταν στο 31% το 2001.

Κατά την τελευταία δεκαετία η μέση κατά κεφαλήν κατανάλωση ελαιολάδου στη Μ. Βρετανία γνώρισε αύξηση της τάξης του 40% περίπου, πλην όμως ήταν αρκετά κατώτερη της αύξησης κατά τις προηγούμενες περιόδους, (από το 1980 και έπειτα), κυρίως εξ αιτίας του υψηλότερου κόστους πρώτων υλών, μεταφορικών τελών και της γενικότερης ύφεσης που γνωρίζει η Βρετανική οικονομία από το 2008 και έπειτα.

Η πιο σημαντική αγορά παραμένει αυτή του Λονδίνου και της ευρύτερης περιοχής του καθώς και της Νοτιοανατολικής Αγγλίας όπου ζούν περισσότεροι από 49,5 εκ. κάτοικοι. Η σημασία της εν λόγω περιοχής από εμπορική άποψη οφείλεται στην πυκνότητα του πληθυσμού, στον μεγάλο αριθμό των ξένων που κατοικούν μόνιμα εκεί, οι οποίοι γνωρίζουν περισσότερο τη μεσογειακή διατροφή σε σχέση με άλλες κατηγορίες πληθυσμού, και κυρίως στο υψηλό κατά κεφαλήν εισόδημα που διαθέτουν οι κάτοικοί της, σε σύγκριση με τους κατοίκους άλλων περιοχών.

Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, η κατανάλωση ελαιολάδου παρουσίασε αύξηση, ώστε το προϊόν να μη θεωρείται πλέον μία υποκατηγορία των ελαίων φυτικής προέλευσης, αλλά ως ένας ξεχωριστός κλάδος. Πρέπει, όμως, να ληφθεί υπ΄όψιν ότι παρά τη γενικά καλή πορεία των εισαγωγών ελαιολάδου, άλλα προϊόντα μπορεί να περιορίσουν το ήδη υφιστάμενο μερίδιό του στην αγορά, όπως π.χ. το προϊόν “olive oil spread”, που αποτελείται από στερεοποιημένο ελαιόλαδο και άλλα συστατικά και πωλείται σε συσκευασίες τύπου μαργαρίνης και, λόγω της συνεχούς διαφήμισης, τυγχάνει της προσοχής του καταναλωτή, ανταγωνιζόμενο ευθέως το ελαιόλαδο.

Η επιτυχής παρουσία ιδιαίτερα του ελαιολάδου στο Βρετανικό διαιτολόγιο οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι χρησιμοποιείται σε όλα τα προϊόντα που έχουν σχέση με την «μεσογειακή διατροφή» και τα οποία επιδεικνύουν μια σταθερή αύξηση λόγω της μεγάλης προβολής και διαφήμισης που γίνεται από τα μέσα ενημέρωσης και κυρίως από την τηλεόραση (ειδικές εκπομπές μαγειρικής από διάσημους chef).

Σημαντικό στοιχείο, που συνέβαλε στην αύξηση της κατανάλωσης ελαιολάδου, αποτελεί η προώθηση της σύνδεσης του προϊόντος με την ευρύτερη έννοια της «υγείας». Ο Βρετανός καταναλωτής δίνει σημασία στο σύνθημα «διατροφή και υγεία» και ως εκ τούτου, στις καταναλωτικές επιλογές του επιβραβεύει προϊόντα που έχουν τα χαρακτηριστικά «υγείας» όπως ακριβώς το ελαιόλαδο. Σε αυτό το σημείο αξίζει να σημειωθεί η μαζική εκστρατεία πληροφόρησης του Βρετανικού Υπουργείου Υγείας για την αποφυγή τροφίμων υψηλής περιεκτικότητας σε λίπη (fast food κλπ) εξ αιτίας του κινδύνου της παχυσαρκίας.

Η ετήσια κατά κεφαλή κατανάλωση ελαιολάδου, όμως, παραμένει ακόμη χαμηλή σε σύγκριση με την αντίστοιχη κατανάλωση στην Ελλάδα ή σε άλλες μεσογειακές χώρες και ως εκ τούτου έχει σημαντικά περιθώρια βελτίωσης.