Ελληνική κτηνοτροφία: Από το κακό στο χειρότερο – Καμία λύση και εγκατάλειψη

Ελληνική κτηνοτροφία: Από το κακό στο χειρότερο – Καμία λύση και εγκατάλειψη

Ούτε με μαγικό ραβδί ούτε με οριζόντιες λύσεις, αλλά ούτε και με υποσχέσεις λύνονται τα προβλήματα που εδώ και δεκαετίες συσσωρεύονται, βαραίνοντας όσους ακόμη επιμένουν να ασχολούνται στην Ελλάδα με την κτηνοτροφία. Και δεν είναι πλέον πολλοί. Υπολογίζεται ότι περίπου το 25% του ανθρώπινου δυναμικού έχει ήδη εγκαταλείψει τον κλάδο και σημαντικό ποσοστό βρίσκεται στα πρόθυρα τού να παρατήσει την προσπάθεια.

Τα τελευταία χρόνια καμία κυβέρνηση και κανένας υπουργός Γεωργίας δεν κατάφεραν να σβήσουν με μια μονοκοντυλιά τα προβλήματα. Οπως δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα γιατί νοσεί η κτηνοτροφία στην Ελλάδα, δεν υφίσταται και γενική λύση, καθώς η κτηνοτροφική δραστηριότητα δεν είναι ενιαία. Υπάρχει η εκτατική και η εσταυλισμένη αιγοπροβατοτροφία, η ορνιθοτροφία, η βοοτροφία, η χοιροτροφία, η μελισσοκομία κ.ά. Καθεμία με ξεχωριστές δυσκολίες και δυσλειτουργίες, οι οποίες έχουν διαμορφώσει ένα αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο, με τις εισαγωγές ζωικών προϊόντων και ζωοτροφών να υπερτερούν των εξαγωγών.

Τα χαμηλότερα ποσοστά αυτάρκειας της χώρας σε κτηνοτροφικά προϊόντα, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, καταγράφονται:

  • στο βόειο κρέας (17,5%),
  • στο χοιρινό (27%) και
  • στο αγελαδινό γάλα (45%).

Υψηλότερη αυτάρκεια παρατηρείται στα αβγά (95%), στα πουλερικά (85%) και στο αιγοπρόβειο γάλα (85%) και κρέας (76%).

Από το κακό στο χειρότερο

Τα… ανεπίσημα στοιχεία όμως, όπως τα παραθέτει στο «Βήμα» ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικής Κτηνοτροφίας (ΣΕΚ) κ. Παναγιώτης Πεβερέτος, δείχνουν ότι η κατάσταση είναι ακόμη χειρότερη. Από τις 6.000 αγελαδοτροφικές μονάδες με παραγωγή 750.000 τόνους γάλακτος το 2009, σήμερα έχουν απομείνει 2.500 με παραγωγή 500.000 τόνους. Οσο για τα αιγοπρόβατα – βασικοί τροφοδότες γάλακτος για την πολύτιμη παραγωγή φέτας -, εφέτος είναι 700.000 λιγότερα από ό,τι το 2015. Συνολικά από το 2009 ως σήμερα, από τις 107.000 αιγοπροβατοτρόφους στο επάγγελμα παραμένουν μόλις 80.000.

Στο νέο Πρόγραμμα Αγροτικής Ανάπτυξης (ΠΑΑ) για την περίοδο 2014-2020 αποτυπώνεται ωστόσο η στήριξη σε αγροδιατροφικά προϊόντα, κυρίως κτηνοτροφικά (ή που σχετίζονται με την κτηνοτροφία), με μέτρα και δράσεις που έχουν στόχο την αύξηση της εγχώριας παραγωγής και την αντικατάσταση των εισαγόμενων προϊόντων με ανταγωνιστικότερα, σε ποιότητα και κόστος, ελληνικά προϊόντα. Εν τούτοις, αν και το νέο ΠΑΑ (ύψους 4,7 δισ. ευρώ κοινοτικής συμμετοχής), με τα 20 μέτρα που περιλαμβάνει, εγκρίθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον περασμένο Δεκέμβριο, ακόμη δεν έχει εκδοθεί παρά μόνο η προδημοσίευση για το μέτρο στήριξης στους νέους αγρότες, το οποίο, σύμφωνα με αισιόδοξες προβλέψεις, αναμένεται ότι θα ξεκινήσει το 2017.

Ασυνέπεια και εκκρεμότητες

Αλλωστε, ακόμη κλείνουν εκκρεμότητες της προηγούμενης προγραμματικής περιόδου (ΠΑΑ 2007-2014). Τον Απρίλιο υπεγράφησαν οι σχετικές αποφάσεις ώστε δικαιούχοι παλαιών σχεδίων βελτίωσης (για εκσυγχρονισμό γεωργικών εκμεταλλεύσεων), δράσεων βιολογικής γεωργίας και κτηνοτροφίας, ολοκληρωμένης διαχείρισης καπνού κ.λπ. να εξοφληθούν από το νέο πρόγραμμα μέσω προγράμματος-γέφυρας ως και το τέλος του 2018. Δεν είναι τυχαίο ότι όσοι ασχολούνται με τη βιολογική κτηνοτροφία βρίσκονται σε απόγνωση καθώς την ώρα που ετοιμάζεται να ανοίξει το νέο πενταετές πρόγραμμα εκείνοι έχουν να λάβουν ενίσχυση από το 2012.

«Είμαστε στο 2016 και έχουμε πάρει χρήματα για το μισό 2012, οπότε ξεκίνησε το πενταετές πρόγραμμα της βιολογικής κτηνοτροφίας, καθώς οι πληρωμές κόλλησαν στο θέμα των επιλέξιμων βοσκοτόπων. Δεν υπάρχει συνέπεια στο κράτος και δεν μπορούμε να προγραμματίσουμε τίποτε. Δεν τηρείται κανένα χρονοδιάγραμμα πληρωμών. Είμαστε μέσα με τα… τσαρούχια» λέει ο κτηνοτρόφος από την Ιερισσό κ. Δημήτρης Κόμνος, καταγγέλλοντας ότι όλα γίνονται στο πόδι.

«Το πρόγραμμα των νέων κτηνοτρόφων είναι παγίδα. Παίρνουν ένα πριμ πρώτης εγκατάστασης 20.000 ευρώ και υποχρεώνονται για δέκα χρόνια να μείνουν στο επάγγελμα. Ετσι πολλοί εγκλωβίζονται καθώς δεν έχουν εμπειρία. Και από τη θεωρία στην πράξη τα πράγματα διαφέρουν. Θα έπρεπε τα κριτήρια ένταξης να γίνουν αυστηρότερα. Δεν είναι εύκολο για κάποιον που μεγαλώνει στην πόλη να γίνει κτηνοτρόφος. Εδώ έμπειροι κτηνοτρόφοι εγκαταλείπουν. Και εγώ σκεφτόμουν να τα παρατήσω, αλλά τελικά θα επιμείνω και σχεδιάζω να ενταχθώ και στο νέο πρόγραμμα για τη βιολογική κτηνοτροφία» σημειώνει ο κτηνοτρόφος.

«Πληρώνουμε το άχυρο για βιζόν»

Τις αμφιβολίες του για τη συμβολή των μέτρων του νέου Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης στη σωτηρία του κτηνοτροφικού κλάδου εκφράζει ο κ. Πεβερέτος. Οπως αναφέρει χαρακτηριστικά, εκτός ορισμένων δράσεων, στα περισσότερα χρειάζεται ιδιωτική συμμετοχή. «Ποιος κτηνοτρόφος σήμερα έχει τα κονδύλια ώστε να ενταχθεί σε κάποιο από τα μέτρα; Οι τράπεζες δεν δίνουν δάνεια και αν δώσουν πρέπει να υποθηκεύσουμε και τα… παιδιά μας. Προβλέπω ότι δεν θα έχουν συμμετοχή οι δράσεις του νέου Προγράμματος» υποστηρίζει ο πρόεδρος του ΣΕΚ, επισημαίνοντας ότι είναι τα οριζόντια μέτρα του τρίτου μνημονίου που φέρνουν τους έλληνες κτηνοτρόφους σε δυσχερή θέση σε σχέση με τους ευρωπαίους ανταγωνιστές.

«Πήγαν τον ΦΠΑ στο άχυρο στο 24%, λες και είναι γούνα βιζόν. Ακόμη και ο ΦΠΑ στις ζωοτροφές που παράγονται στην Ελλάδα – τριφύλλι, βρόμη, κριθάρι κ.ά. – πήγε στο 24%. Ο υπουργός λέει “δεν τρέχει τίποτα” επειδή γίνεται συμψηφισμός. Οταν πουλάω με 13% το γάλα και αγοράζω τις τροφές με 24%, τι σημαίνει; Οτι 11% μου παίρνει το κράτος εν είδει δανείου, αλλά επιστροφή ΦΠΑ δεν έχω» τονίζει ο κτηνοτρόφος.

Οι απλοί αριθμοί και η εφιαλτική πραγματικότητα

«Πουλάμε με τιμές 1999 και με κόστος 2016, δηλαδή 300% πάνω»

Εκτός από το υψηλό κόστος των ζωοτροφών, έχει αυξηθεί πάνω από 60% και το κόστος της ενέργειας. «Οι δύο βασικοί συντελεστές στο κόστος ενός κιλού γάλακτος είναι η ενέργεια (20%) και οι ζωοτροφές (65%). Το υπόλοιπο 15% αφορά μισθούς, κτηνιατρικά φάρμακα κ.τ.λ.» σημειώνει και προσθέτει: «Σε σύγκριση με την Ιταλία, τα λιπάσματα στην ελληνική αγορά είναι 30% ακριβότερα και τα φάρμακα 50%-60%».

Με ένα απλό παράδειγμα ο κ. Πεβερέτος αποτυπώνει τη δυσχερή θέση των κτηνοτρόφων. Οπως επισημαίνει, μια μέση αγελαδοτροφική μονάδα με 80 αγελάδες χρειάζεται 2.500 τόνους χοντροειδή τροφή (ενσίρωμα) με 7 λεπτά το κιλό. Πληρώνει δηλαδή 175.000 ευρώ και 24% ΦΠΑ (42.000 ευρώ). Χρειάζεται ακόμη 1.000 τόνους τριφύλλι με 25 λεπτά το κιλό (250.000 ευρώ) και 24% ΦΠΑ, καθώς και άλλους 1.000 τόνους καρπών (ορισμένοι με 13% και άλλοι με 24% ΦΠΑ – μέσος όρος γύρω στο 18%).

«Αυτή η μονάδα θα παραγάγει και θα πουλήσει αντίστοιχα περίπου 800 τόνους γάλα με 37 λεπτά το κιλό, δηλαδή 296.000 ευρώ με 13% ΦΠΑ (38.480 ευρώ). Και όταν διακινώ ζώντα ζώα στο σφαγείο, πάλι ΦΠΑ 24% έχει. Ουσιαστικά οι κτηνοτρόφοι μπαίνουν μέσα. Πώς να είμαι ανταγωνιστικός όταν ο ΦΠΑ στο γάλα στο ράφι, π.χ. στην Αγγλία και στη Μάλτα, είναι 0% και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες δεν ξεπερνά το 10%;» αναρωτιέται ο κ. Πεβερέτος.

Αν το κόστος παραγωγής μειωνόταν, η κτηνοτροφία θα μπορούσε να είναι βιώσιμη, όπως αναφέρει ο πρόεδρος του ΣΕΚ, ακόμη και με τις χαμηλές τιμές παραγωγού στο γάλα – κατά μέσον όρο 37 λεπτά το αγελαδινό, 57 λεπτά το γίδινο και 95 λεπτά το πρόβειο. «Πουλάμε περίπου στις ίδιες τιμές από το 1999. Τότε δίναμε το πρόβειο γάλα 280-300 δραχμές το κιλό και τώρα 95 λεπτά. Με τη διαφορά ότι το κόστος αυξήθηκε 300% σε σχέση με το 1999» αναφέρει.

Σύμφωνα με τον ίδιο, η νέα ΚΑΠ (Κοινή Αγροτική Παραγωγή) θα μπορούσε να αποτελέσει σανίδα σωτηρίας με αναδιανομή των αγροτικών επιδοτήσεων και μείωση του κόστους εκτροφής. Η εθνική πρόταση για την ενδιάμεση αναθεώρηση της ΚΑΠ το 2017, σύμφωνα με πληροφορίες, περιλαμβάνει μεταξύ άλλων ανακατανομή των συνδεδεμένων ενισχύσεων προς όφελος της κτηνοτροφίας και της καλλιέργειας πρωτεϊνούχων ζωοτροφών (κυρίως ψυχανθών, όπως φακές, ρεβίθια, φασόλια, κουκιά, τριφύλλι κ.ά.).

«Αντί για 17,5 ευρώ το στρέμμα που έδωσαν εφέτος ενίσχυση για τα ψυχανθή μπορούν να δώσουν 40 ευρώ προκειμένου να παραχθούν φθηνότερες ζωοτροφές και να μειωθεί το κόστος παραγωγής. Μπορούν να κάνουν πολιτική και να αλλάξουν τα πράγματα. Το καταλαβαίνουμε ότι είναι δύσκολο λόγω της οικονομικής ύφεσης αλλά υπάρχουν τα “όπλα”» σημειώνει ο κ. Πεβερέτος.

Πηγή: ΤΟ ΒΗΜΑ