Έρευνες για τη μετατροπή απορριμμάτων τροφίμων σε ζωοτροφές

Έρευνες για τη μετατροπή απορριμμάτων τροφίμων σε ζωοτροφές

Η παγκόσμια ζήτηση για τρόφιμα αναμένεται να αυξηθεί κατά 70% μέχρι το 2050, ενώ μια απότομη αύξηση της χρήσης βιομάζας θα ασκήσει επίσης πίεση στη γεωργία. Η σίτιση του παγκόσμιου πληθυσμού χωρίς επιβάρυνση του περιβάλλοντος βρίσκεται στο επίκεντρο της Παγκόσμιας Ημέρας Διατροφής 2014, και αποτελεί στόχο πολλών ερευνητικών προγραμμάτων που χρηματοδοτεί η ΕΕ.

Η ΕΕ επενδύει περισσότερα από 4 δισ. ευρώ στην έρευνα και την καινοτομία για μια ευρωπαϊκή βιοοικονομία που αξιοποιεί στο έπακρο τους ανανεώσιμους βιολογικούς πόρους. Η γεωργία είναι βασική συνιστώσα της βιοοικονομίας καθώς εξασφαλίζει την παραγωγή τροφίμων, διασφαλίζει τη βιώσιμη διαχείριση των φυσικών πόρων και στηρίζει την ανάπτυξη των αγροτικών περιοχών.

Η ΕΕ πραγματοποιεί το 18% των εξαγωγών τροφίμων παγκοσμίως, αξίας 76 δισ. ευρώ. Αλλά στην ΕΕ, όπως και σε άλλες περιοχές του κόσμου, τα γεωργικά απόβλητα αποτελούν τροχοπέδη για τους γεωργούς και κοστίζουν χρήματα στους φορολογουμένους –μεταξύ 55 και 99 ευρώ ανά τόνο.

Η μετατροπή γεωργικών αποβλήτων σε ζωοτροφές –λύση που προωθείται από το ερευνητικό πρόγραμμα NOSHAN που χρηματοδοτεί η ΕΕ– θα μπορούσε να δημιουργήσει νέες ευκαιρίες για τους γεωργούς, περιορίζοντας ταυτόχρονα την εξάρτηση της Ευρώπης από τις εισαγωγές ζωοτροφών. Αυτό με τη σειρά του θα μπορούσε να δημιουργήσει νέες «πράσινες» θέσεις εργασίας στους κλάδους συλλογής αποβλήτων, μονάδων επεξεργασίας και παρασκευής ζωοτροφών. Η ερευνητική αυτή πρωτοβουλία θα είναι ιδιαίτερα ευπρόσδεκτη σε αγροτικές περιοχές, όπου το επίπεδο ανάπτυξης είναι χαμηλότερο από ό,τι στις αστικές περιοχές, και όπου η βιομηχανία ζωοτροφών αποτελεί σημαντική κινητήρια δύναμη της οικονομίας.

«Το ένα τρίτο των τροφίμων που παράγονται για ανθρώπινη κατανάλωση στον κόσμο χάνεται ή καταλήγει στα σκουπίδια –συνολικά 1,3 δισ. τόνοι τον χρόνο– και η μεταποίηση τροφίμων ευθύνεται για μεγάλη ποσότητα αυτών των σκουπιδιών,” εξήγησε ο επιστημονικός συντονιστής του προγράμματος NOSHAN Montse Jorba, από το Τεχνολογικό Ινστιτούτο LEITAT της Ισπανίας. «Τα φρούτα και τα λαχανικά έχουν τα υψηλότερα ποσοστά απώλειας από οποιοδήποτε άλλο είδος διατροφής, με συνέπεια τη μεγάλη σπατάλη πόρων, όπως νερού, γης, ενέργειας, εργατικού δυναμικού και κεφαλαίου.»

Το πρόγραμμα NOSHAN θα μετατρέπει, με χαμηλό κόστος, τα απόβλητα τροφίμων – ιδίως φρούτων, οπωροκηπευτικών και γαλακτοκομικών προϊόντων – σε ζωοτροφές, διατηρώντας παράλληλα σε χαμηλά επίπεδα την κατανάλωση ενέργειας.

Η ομάδα –ερευνητικά κέντρα, ένα πανεπιστήμιο και εταιρείες από έξι χώρες της ΕΕ, καθώς και την Τουρκία –ξεκίνησε το έργο της το 2012 με την εκτίμηση της αξίας των διαφόρων ειδών αποβλήτων, δημιουργώντας έτσι μια βάση δεδομένων σχετικά με τα πιθανά συστατικά ζωοτροφών. Όταν ολοκληρωθεί το πρόγραμμα το 2016, η ομάδα θα γνωρίζει επίσης τις βέλτιστες τεχνολογίες για την εξόρυξη και την αναβάθμιση κάθε τύπου αποβλήτων.

Το NOSHAN παρέχει επίσης στον γεωργικό τομέα της Ευρώπης την ευκαιρία να επιτύχει μεγαλύτερη βιωσιμότητα. Με τη χρήση των βιολογικών αποβλήτων ως φυσικών πόρων θα βοηθήσει τον τομέα να μειώσει τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις.

Οι τεχνικές που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος θα βοηθούν τις γεωργικές επιχειρήσεις να ανακτούν τις θερμίδες που περιέχονται σε τρόφιμα που καταλήγουν στα σκουπίδια, καθώς και την ενέργεια που καταναλώνεται για την παραγωγή αυτών των τροφίμων, και θα συνεπάγονται σημαντική μείωση της χρήσης νερού (τα απορρίμματα τροφίμων ευθύνονται για περισσότερο από το ένα τέταρτο της συνολικής παγκόσμιας κατανάλωσης γλυκού νερού). Περιορίζοντας την ανάγκη για χωριστή παραγωγή ζωοτροφών, οι τεχνικές που χρησιμοποιούνται στο πρόγραμμα NOSHAN θα μπορούσαν να μειώσουν τον αυξανόμενο ανταγωνισμό ανάμεσα στους κλάδους παραγωγής τροφίμων και ζωοτροφών –καθώς και οι δύο χρειάζονται γη και νερό.

Το NOSHAN ερευνά επίσης τα λειτουργικά συστατικά ζωοτροφών που προέρχονται από τα απορρίμματα τροφίμων και έχουν ως στόχο ειδικές ανάγκες των ζώων, όπως η προαγωγή της υγείας και η πρόληψη των ασθενειών. Για παράδειγμα, οι ερευνητές ασχολούνται στο παρόν στάδιο με τον εντοπισμό λειτουργικών ινών και πεπτιδίων (χημικών ενώσεων) εντός των αποβλήτων. Αυτά θα χρησιμοποιηθούν για την ανάπτυξη ζωοτροφών ειδικά προσαρμοσμένων στους χοίρους και τα πουλερικά.

Η ασφάλεια είναι εγγυημένη, μέσω μιας εντατικής διαδικασίας παρακολούθησης, που θα καλύπτει τα πάντα, από τα ακατέργαστα απόβλητα μέχρι το τελικό προϊόν. Η ασφάλεια, μαζί με την τεχνική και οικονομική βιωσιμότητα κάθε εξεταζόμενης διαδικασίας, θα καθορίσουν τελικά τις αποφάσεις σχετικά με τις στρατηγικές της ομάδας NOSHAN και τα προϊόντα που αυτή θα παρουσιάσει στην αγορά.

«Η βιοοικονομία στην Ευρώπη έχει αξία 2 τρισ. ευρώ και εξασφαλίζει 22 εκατομμύρια θέσεις εργασίας. Γι’ αυτό και βρίσκεται στο επίκεντρο του προγράμματος «Ορίζοντας 2020», δήλωσε η Μόιρα Γκέγκεν Κουίν, επίτροπος Έρευνας, Καινοτομίας και Επιστήμης. «Προγράμματα όπως το NOSHAN φέρνουν σε επαφή ερευνητές και επιχειρήσεις με στόχο την τόνωση της οικονομίας μας και τη βελτίωση της ποιότητας της ζωής μας με βιώσιμο τρόπο.»

Το NOSHAN

Το NOSHAN χρηματοδοτήθηκε με σχεδόν 3 εκατ. ευρώ από το έβδομο πρόγραμμα- πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη (2007-2013). Στο NOSHAN συμμετέχουν ερευνητικά ιδρύματα, πανεπιστήμια, μεγάλες επιχειρήσεις και ΜΜΕ στον τομέα των τροφίμων από την Ισπανία, το Βέλγιο, την Ιταλία, τη Γερμανία, τη Γαλλία, τις Κάτω Χώρες και την Τουρκία.

Την 1η Ιανουαρίου 2014, η Ευρωπαϊκή Ένωση εγκαινίασε το νέο πρόγραμμα «Ορίζοντας 2020» για τη χρηματοδότηση της έρευνας και καινοτομίας. Μέσα στα επόμενα επτά χρόνια, σχεδόν 80 δισ. ευρώ θα επενδυθούν σε έργα έρευνας και καινοτομίας για να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας και να διευρυνθούν οι ορίζοντες της ανθρώπινης γνώσης. Ο προϋπολογισμός της ΕΕ για την έρευνα εστιάζει κυρίως στη βελτίωση της καθημερινής ζωής σε τομείς όπως η υγεία, το περιβάλλον, οι μεταφορές, τα τρόφιμα και η ενέργεια. Οι ερευνητικές συμπράξεις με τον φαρμακευτικό κλάδο, την αεροδιαστημική βιομηχανία, την αυτοκινητοβιομηχανία και τον κλάδο ηλεκτρονικών ειδών ενθαρρύνουν τις επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα για τη στήριξη της ανάπτυξης και τη δημιουργία θέσεων εργασίας υψηλής εξειδίκευσης. Το πρόγραμμα «Ορίζοντας 2020» θα εστιάζει ακόμη περισσότερο στη μετατροπή εξαιρετικών ιδεών σε εμπορεύσιμα προϊόντα, διαδικασίες και υπηρεσίες.