Έξι προτάσεις για την ανασυγκρότηση της ελληνικής υπαίθρου

Σύλλογος Αποφοίτων Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών – Εταιρεία Αγροτικής Οικονομίας (ΕΤΑΓΡΟ)

Έξι ενδιαφέρουσες προτάσεις για την ανασυγκρότηση της ελληνικής αγροτικής υπαίθρου παρουσιάστηκαν στην ημερίδα που διοργάνωσαν ο Σύλλογος Aποφοίτων Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΣΑΓΠΑ) και η Επιστημονική Εταιρεία Αγροτικής Οικονομίας (ΕΤΑΓΡΟ) με θέμα «Προβλήματα Διαχείρισης της Γεωργίας μας και προτάσεις αντιμετώπισής τους».

Τα θέματα που παρουσιάστηκαν στην ημερίδα ήταν: η ιδιαίτερα ελλιπής οριζόντια διαχείριση της Ελληνικής Γεωργίας και η επείγουσα ολοκληρωμένη αντιμετώπισή της, η συντήρηση και ο εκσυγχρονισμός των εγγειοβελτιωτικών έργων, με παράλληλη αύξηση των αρδευομένων εκτάσεων, η αδήριτη αναγκαιότητα του συνεργατισμού για την επιτυχή λειτουργία και ανάπτυξη των Γεωργικών Εκμεταλλεύσεων (Γ.Ε.) σε επιχειρηματική βάση, η μεγέθυνση των εκμεταλλεύσεων αυτών και η σημασία του γεωργο-εκπαιδευτικού-συμβουλευτικού συστήματος, και τέλος η βιωσιμότητα αυτών των εκμεταλλεύσεων, σε συνδυασμό με τις επιπτώσεις από την εφαρμογή του νέου φορολογικού συστήματος.

Τα συμπεράσματα και οι προτάσεις συνοψίζονται ως εξής:

1. Κρίνεται αναγκαία η έναρξη της διαδικασίας για την έγγειο αναδιάρθρωση, ώστε με εκούσιες διαδικασίες να οδηγήσει σε βιώσιμες και ανταγωνιστικές Γ.Ε. (δηλαδή στην βελτίωση του ελάσσονα συντελεστή της γεωργικής μας παραγωγής), με όποιες μεταρρυθμίσεις προϋποθέτει ή και συνεπάγεται η αναδιάρθρωση αυτή για το αρδευτικό, συνεταιριστικό, φορολογικό και ασφαλιστικό σύστημα, καθώς επίσης και για την έρευνα και την εκπαίδευση στον αγροτικό τομέα, όπως και για την εμπορία (marketing) των αγροτικών προϊόντων, αλλά ακόμα και για την αγροτική πίστη. Οι ειδικοί που συμμετείχαν στην ημερίδα πιστεύουν ότι, εάν πραγματοποιηθούν οι μεταρρυθμίσεις αυτές, θα ομαλοποιηθεί η ελληνική γεωργία και θα προσαρμοστεί σταδιακά στους θεσμούς και στη δεοντολογία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, (έστω και με την τόσο σημαντική καθυστέρηση).

2. Στα εγγειοβελτιωτικά έργα της χώρας φαίνεται πως οι Περιφερειακές Διοικήσεις απέτυχαν οικτρά. Γι’ αυτό και προτείνεται η επανίδρυση της Υπηρεσίας Εγγείων Βελτιώσεων (Υ.Ε.Β.) και η επαναλειτουργία της κάτω από την Κεντρική Διοίκηση του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (ΥΠΑΑΤ), όσο και αν αυτό φαίνεται ίσως αναχρονιστικό και αντιδεοντολογικό, καθώς καταφέρεται κατά της αποκέντρωσης των υπηρεσιών και των έργων. Η διαχείριση των αρδευομένων εκτάσεων της χώρας οδηγείται σήμερα στο Ναδίρ και χρήζει άμεσης και ρηξικέλευθης λύσης.

3. Ο αγροτικός συνεταιρισμός είναι ο μόνος που μπορεί να προσφέρει άμεσες οικονομίες κλίμακος και αποτελεί μονόδρομο για την ελληνική γεωργία των μικρών έως μη ιδιαίτερα ευμεγέθων εκμεταλλεύσεων, που δεν είναι ούτε σκόπιμο, ούτε άλλωστε εύκολο να δημιουργηθούν. Πρέπει να καταβληθούν άοκνες προσπάθειες από όλους για την ανάπτυξη του υγιούς συνεργατισμού και στη χώρα μας, όπως ακριβώς συμβαίνει σε όλες τις χώρες της Ε.Ε. και όπως συνέβαινε και στην Ελλάδα μέχρι και τη δεκαετία του ΄70. Δεν πρέπει να επαναληφθούν τα λάθη της δεκαετίας του 1980 (και μετέπειτα), τα οποία οδήγησαν στην κρατικοδίαιτη κομματοκρατία των αγροτικών μας συνεταιρισμών. Η παγκοσμιοποίηση, η σύγχρονη ψηφιακή τεχνολογία και καινοτομία, τα καινοτόμα προϊόντα και το smart farming με το σύγχρονο διεθνές marketing επιβάλλουν την καθετοποίηση της γεωργικής παραγωγής και τη διάθεση στην αγορά ενός απαιτητικού καταναλωτικού κοινού αγροτροφίμων με άριστες προδιαγραφές και ιδιαίτερα ανταγωνιστικών. Και ακόμα, επιβάλλεται όπως η προστιθέμενη αξία του τελικού προϊόντος επιστρέφει στον παραγωγό, καθώς είναι τόσο αναγκαία για την επιβίωσή του (αλλά και για την επιβίωση της οικογένειάς του στην ελληνική Περιφέρεια). Είναι «ηλίου φαεινότερο» ότι για όλα αυτά, της σύγχρονης εποχής του αγροτικού κόσμου, η «μεγέθυνση» και η λειτουργία των μικρών γεωργικών εκμεταλλεύσεων πρέπει να εδράζεται στον υγιή συνεργατισμό.

4. Η συμβολή μιας σύγχρονης μορφής γεωργικής εκπαίδευσης στην ανάπτυξη της γεωργίας μας προϋποθέτει ισχυρή πολιτική αναπτυξιακή βούληση και στο θέμα της εγγείου αναδιαρθρώσεως. Η αξιοποίηση της Γαλλικής εμπειρίας στις διαδικασίες της εγγείου αναδιαρθρώσεως για τη δημιουργία βιώσιμών Γ.Ε. παραπέμπει επιπροσθέτως και στην κάλυψη του υπάρχοντος κενού μιας αποτελεσματικής δημόσιας γεωργικής συμβουλευτικής υπηρεσίας στη χώρα μας. Ιδιαίτερα χρήσιμη στην αντιμετώπιση των σχετικών προβλημάτων θα ήταν και μια συζήτηση με διεισδυτική ματιά στον τρόπο εξέλιξης ενός μικρού αριθμού
επιλεγμένων περιπτώσεων επιτυχημένων Γεωργικών Συστημάτων Γνώσης (συναρμογή γεωργικής έρευνας, γεωργικής εκπαίδευσης και γεωργικών συμβουλευτικών υπηρεσιών-γεωργικές εφαρμογές) και της αντίστοιχης επιτυχημένης γεωργίας τους από την Ευρώπη (Βόρεια, Νότια) και το διεθνή χώρο (ΗΠΑ).

5. Κρίνεται αναγκαία η απάλειψη από τους νόμους 4093/12 και 4172/13 «περί φορολογίας των γεωργικών εκμεταλλεύσεων», των εννοιών και των όρων «ελευθέρια επαγγέλματα» και «επιτηδεύ-ματα» και η ένταξη της γεωργικής εκμετάλλευσης στις ιδιότυπες επιχειρήσεις των αυξημένων κινδύνων και αβεβαιότητας (αστάθμητοι παράγοντες κλπ. ιδιαιτερότητες), οπωσδήποτε με γεωργική λογιστική, όπως άλλωστε συμβαίνει σε ολόκληρη την υφήλιο. Έτσι όταν π.χ. στις περισσότερες των περιπτώσεων οι επικεφαλής των Γ.Ε. υποχρεούνται να αυτασφαλίζονται για πολλαπλάσια ημερομίσθια εκείνων που όντως πραγματοποιούν, δεν απαλλάσσονται από το αφορολόγητο, που όμως υπερκαλύπτει τα τεκμαρτά τους ημερομίσθια και χωρίς να αφαιρούνται αποσβέσεις, τόκοι ιδίου κεφαλαίου και τεκμαρτά ενοίκια εδάφους, αντί να δώσουμε την ευκαιρία να δημιουργηθούν σωρεία νέων βιώσιμων Γ.Ε., μετατρέπουμε από μόνοι μας τις ανταγωνιστικές Γ.Ε. σε μη ανταγωνιστικές. Άλλωστε από πλευράς φοροδοτικού αποτελέσματος, ο ως άνω νόμος 4172/13 αποδείχθηκε στην πράξη λίαν ανεπαρκής και σίγουρα αναποτελεσματικός στο έπακρο. Παρ’ όλα αυτά (αποτελέσματα 2015, 2016 και 2017), γιατί επιμένουμε σε κάτι αυτοκαταστροφικό;

6. Τονίζεται τέλος η αναγκαιότητα της λειτουργίας της υγιούς «συμβολαιακής γεωργίας» (contract farming), προς ενίσχυση της ελληνικής γεωργίας των μικρότερων γεωργικών εκμεταλλεύσεων σε επιχειρηματική βάση, παράλληλα με τα προαναφερθέντα πορίσματα και προπάντων ενισχυτικά προς τον υγιή συνεργατισμό. Στην περίπτωση αυτή θα πρέπει τα συμβόλαια να μην αποβαίνουν σε βάρος του παραγωγού, έναντι του κεντρικού μεταποιητή-εμπόρου. Γι’ αυτό και πρέπει τα θεσμικά όργανα που λειτουργούν για την πάσης μορφής αγροτική δραστηριότητα (από τον αγρό και τον σταύλο μέχρι τον καταναλωτή) να επαγρυπνούν και να προστατεύουν τον παραγωγό της πρώτης ύλης (γεωργικού προϊόντος), σύμφωνα και με τη διεθνή πρακτική του contract farming.