Η «γενιά των επιδοτήσεων»

Η «γενιά των επιδοτήσεων»

Η δεκαετία 1985-1995 ήταν η «χρυσή δεκαετία» για τον αγροτικό μας κόσμο. Ηταν η περίοδος κατά την οποία –αρχής γενομένης από τα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα (ΜΟΠ)– άνοιξαν με τα διάφορα «πακέτα» για τα καλά οι κρουνοί των Βρυξελλών και το χρήμα έρεε στην ελληνική οικονομία, με τον αγροκτηνοτροφικό τομέα να λαμβάνει, αν όχι τη μερίδα του λέοντος, σίγουρα ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της πίτας.

Oπως και στους άλλους τομείς της οικονομίας, προορισμός των ευρωπαϊκών κονδυλίων ήταν η επένδυσή τους ώστε η χώρα να παραγάγει δικό της πλούτο και η οικονομία να τεθεί σιγά σιγά σε τροχιά σύγκλισης με τα άλλα κράτη τής τότε ΕΟΚ και αργότερα Ευρωπαϊκής Eνωσης.

Οι πάντες την εποχή εκείνη ήταν ευχαριστημένοι. Ο Ανδρέας Παπανδρέου επέστρεφε από τις Συνόδους Κορυφής της Ευρωπαϊκής Eνωσης έχοντας, κατά τις δηλώσεις του, δώσει και κερδίσει «περήφανες μάχες» στην κατανομή των κονδυλίων, κεφαλαιοποιώντας τα αποτελέσματα των «μαχών» πολιτικά· η Νέα Δημοκρατία, για να μη χάσει πολιτικά, αντέτεινε στους παπανδρεϊκούς διθυράμβους ότι εκείνη έβαλε τη χώρα στην ΕΟΚ και επομένως αυτή έπρεπε να εισπράξει τις ευχαριστίες γιατί οι Ελληνες «τρώνε με χρυσά κουτάλια»· και η τότε αντιπολιτευτική και σημερινή κυβερνώσα Αριστερά αξίωνε και άλλα λεφτά από τους κακούς «λύκους» Ευρωπαίους ιμπεριαλιστές.

Σε μια τέτοια ατμόσφαιρα, στην οποία οι πάντες θεωρούσαν ότι το χρήμα ερχόταν στην Ελλάδα όχι για να δημιουργήσουμε τις δομές παραγωγής δικού μας πλούτου, αλλά για να το διανέμει η εκάστοτε εξουσία ως πλούτο προς κατανάλωση και ευημερία «όλων μας» και κυρίως των επιτηδείων, το πάρτι δεν άργησε ν’ αρχίσει…

Το «μενού»

Στον κάμπο και στο βουνό, το πάρτι είχε ως «μενού» τις επιδοτήσεις που δίνονταν απλόχερα για την παραγωγή ανταγωνιστικών προϊόντων. Ελάχιστοι τότε αρνήθηκαν τη «γλύκα» του εύκολου χρήματος και επένδυσαν με τον ενδεδειγμένο τρόπο τα χρήματα στο χωράφι και στο κοπάδι.

Οι επιδοτήσεις, και το ομολογούν σήμερα οι πάντες, έγιναν στις περισσότερες περιπτώσεις πολυτελή αυτοκίνητα, αχρείαστα θηριώδη τρακτέρ, διαμερίσματα στις πόλεις ή και προίκα για τις θυγατέρες.

Οι αγρότες, στην πλειονότητά τους, καλλιεργούσαν ό,τι τους βόλευε, όπως τους βόλευε και σε ποσότητες που τους εξυπηρετούσαν. Ελάχιστα ενδιέφερε εάν το προϊόν που παρήγαν ήταν ανταγωνιστικό στην αγορά, αφού αρκούνταν στα χρήματα που έπαιρναν από τις επιδοτήσεις και αισθάνονταν ακόμα καλύτερα εάν πουλούσαν και κάποιες ποσότητες από τη χαμηλής ποιότητας παραγωγή τους.

Κάπως έτσι άρχισε να γεννιέται στον αγροτικό κόσμο μια νοοτροπία που είχε σαν θεό το εύκολο χρήμα στο χωράφι. Αγρότες «επένδυαν» υπερβολικά σε καλλιέργειες γνωρίζοντας ότι υπάρχει υπερπαραγωγή και επομένως δεν επρόκειτο να απορροφηθεί το προϊόν, ήταν όμως σίγουροι ότι θα έπαιρναν όχι μόνο τις επιδοτήσεις, αλλά και μεγάλα ποσά από την απόσυρση στις χωματερές. Τα οποία, μάλιστα, τα αύξαναν στο ζύγισμα, καθώς στις πλατφόρμες των τρακτέρ το μισό φορτίο ήταν μήλα, ροδάκινα, πορτοκάλια κι άλλα φρούτα και το άλλο μισό ήταν… πέτρες προς «απόσυρση».

Εποχικοί αλλοδαποί

Ηταν η κορύφωση του πάρτι των επιδοτήσεων στον αγροτικό και τον κτηνοτροφικό κόσμο. Ηταν η περίοδος που σηματοδότησε τη «γενιά των επιδοτήσεων», δηλαδή τη γενιά των νέων αγροτών οι οποίοι ζούσαν από τις ευρωπαϊκές ενισχύσεις χωρίς να πατάνε το πόδι τους στο χωράφι. Ουσιαστικά, ήταν η εποχή που σήμανε και τον θάνατο του παραδοσιακού παραγωγού, αυτού που μια ζωή «γινόταν ένα με τη γη».

Ετσι, η καλλιέργεια και η φροντίδα της γης αφέθηκαν στους εποχικούς αλλοδαπούς εργάτες, οι οποίοι το μόνο κίνητρο που είχαν ήταν το μεροκάματο. Ακόμα και σήμερα καλούνται από την Αλβανία, τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία εποχικοί εργάτες για τη συγκομιδή φρούτων και λαχανικών σε περιοχές όπου η ανεργία βρίσκεται στα ύψη, ενώ κτηνοτρόφοι στην ορεινή Ελλάδα φέρνουν αλλοδαπούς βοσκούς να προσέχουν τα κοπάδια τους την ώρα που στα καφενεία το τσίπουρο ρέει άφθονο. Είναι ενδεικτικό ότι σε ορεινή περιοχή της Ηπείρου με μερικές δεκάδες χιλιάδες αιγοπρόβατα, όπου έπεσαν πολλά εκατομμύρια ευρώ για επιδοτήσεις, δεν διαθέτει ούτε ένας κτηνοτρόφος αρμεκτήριο, ούτε υπάρχει ένα μικρό σφαγείο ή τυροκομείο. Οι κτηνοτρόφοι αρμέγουν διακόσιες ή τριακόσιες προβατίνες μία και δύο φορές την ημέρα με τα χέρια…

ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΖΙΜΑΣ, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ