Ο κλάδος οίνου στην Ισπανία – Πρώτη θέση στην έκταση αμπελώνων

Ο κλάδος οίνου στην Ισπανία – Πρώτη θέση στην έκταση αμπελώνων

Επιμέλεια: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΕΩΡΓΙΑ

Η Ισπανία είναι από τις σημαντικότερες παραγωγούς οίνου και προϊόντων μούστου παγκοσμίως. Κατέχει την πρώτη θέση ως προς την επιφάνεια των καλλιεργειών (περίπου 1 εκ. εκτάρια), την τρίτη θέση ως προς το μέγεθος της παραγωγής (έπειτα από τη Γαλλία και την Ιταλία) και ως προς τον όγκο των εξαγωγών (τέταρτη με βάση την αξία).

Η σπουδαιότητα του κλάδου σε επίπεδο οικονομικό και κοινωνικό καλύπτει ολόκληρη τη χώρα.

Οι περιοχές με τα σημαντικότερα μερίδια παραγωγής οινοποιήσιμων σταφυλιών:

  • Καστίλη λα Μάντσα (48%),
  • Εστρεμαδούρα (9%),
  • Βαλένθια (7%),
  • Καστίλη και Λεόν (6%),
  • Καταλονία (5%),
  • Αραγονία, Μούρθια και Ριόχα (4%) και
  • Ανδαλουσία (3%).

Επί της συνολικής παραγωγής σταφυλιού, λίγο περισσότερο από το ήμισυ είναι κόκκινα και τα υπόλοιπα λευκά.

Ως προς τις ποικιλίες σταφυλιού, οι σημαντικότερες είναι:

  • το λευκό vino blanco airen (24% των καλλιεργειών),
  • το κόκκινο tempranillo (21%)

και ακολουθούν τα κόκκινα bobal, garnocha, monastrell και τα λευκά macabeo και pardina.

Μολονότι η ζήτηση για τα κοινά επιτραπέζια κρασιά μειώνεται, εκείνη για τα ποιοτικά αυξάνεται, ιδίως στις αγορές του εξωτερικού.

Επιτραπέζιοι και τοπικοί οίνοι

Οι τοπικοί οίνοι (vinos de la Tierra) φέρουν χαρακτηριστικά που οφείλονται στις περιβαλλοντικές συνθήκες και τον τρόπο καλλιέργειάς τους. Όσον αφορά στα επιτραπέζια κρασιά (vinos de mesa), πρόκειται για ποικιλίες που είτε προέρχονται από σταφύλια μη προσδιορισμένης κατηγορίας, είτε αποτελούν προσμίξεις, δεν φέρουν δε ένδειξη εσοδείας.

Η κατανάλωση επιτραπέζιων και τοπικών κρασιών παρουσιάζει διαχρονικά μείωση, αν και αντιπροσωπεύει κάτι περισσότερο από το ήμισυ του όγκου πωλήσεων που πραγματοποιούνται μέσω των οργανωμένων δικτύων διανομής. Η τάση αυτή συνοδεύεται από αύξηση του βαθμού συγκέντρωσης της παραγωγής, με τις μεγάλες εταιρείες να διευρύνουν τα μερίδια αγοράς, εις βάρος των ΜΜΕ.

Κρασιά Ονομασίας Προέλευσης

Η Ισπανία διαβαθμίζει την παραγωγή κρασιών ονομασίας προέλευσης σε τέσσερις κατηγορίες, που καλύπτουν 90 γεωγραφικές ζώνες:

  • Vino de Pago: Η παραγωγή γίνεται σε περιοχές με εφαρμογή πολύ αυστηρών κριτηρίων. Ο προσδιορισμός αποδίδεται σε ανεξάρτητα κτήματα. Σήμερα υπάρχουν 13 τέτοιες ζώνες (Καστίλη λα Μάντσα, Ναβάρα).
  • Denominacion de Origen Calificada: Αποδίδεται σε περιοχές με αποδεδειγμένο ιστορικό παραγωγής καλής ποιότητας. Στην συγκεκριμένη κατηγορία υπάρχουν 2 ζώνες (Ριόχα, Πριοράτ).
  • Denominacion de Origen: Αποδίδεται σε περιοχές με παραγωγή κρασιού μέσης ποιότητας. Υπάρχουν 67 ζώνες.
  • Vino de Calidad con Indicacion Geografica: Στην εν λόγω κατηγορία κατατάσσονται περιοχές όπου η παραγωγή βρίσκεται σε αρχικό στάδιο. Υπάρχουν 7 ζώνες.

Οι καλλιεργητές αριθμούν τους 135.000, λειτουργούν δε 4.100 οινοποιεία, εκ των οποίων 600 είναι και εμφιαλωτήρια.

Αφρώδης οίνοι

Το 49% των εμπορευόμενων αφρωδών οίνων είναι τύπου brut, το 29% ημίξηροι, το 12% extra brut και το 10% ξηροί. Το 90% των αφρωδών οίνων είχε μέση περίοδο ωρίμανσης 9 μήνες, το 12% ήταν reserva (ωρίμανση τουλάχιστον 15 μηνών) και το 2% ήταν grand reserva (ωρίμανση τουλάχιστον 30 μηνών).

Η παραγωγή αφρωδών οίνων εμφανίζει υψηλό βαθμό συγκέντρωσης, με την πρώτη εταιρεία του κλάδου να αντιπροσωπεύει το 47,3% της παραγωγής (ετήσιες πωλήσεις αξίας € 524,4 εκ.), τη δεύτερη το 18,6% (€ 235 εκ.) και την τρίτη το 13,7% (€ 75 εκ.). Το 90% των πρώτων δώδεκα παραγωγών ανευρίσκεται στην Καταλονία.

Μούστος

Το 70% της παραγωγής προέρχεται από λευκά κρασιά. Το 80% της παραγωγής πραγματοποιείται στην Καστίλη λα Μάντσα, το δε 95% αυτής από 15 εταιρείες. Οι εξαγωγές αποτελούν σημαντικό παράγοντα για την δραστηριότητα στον εν λόγω κλάδο. Η κύρια κατηγορία εξαγωγών είναι ο συμπυκνωμένος μούστος (30-67 βαθμών Brix), με μέση τιμή € 1.036 ανά τόνο. Οι εξαγωγές κατευθύνονται στις Ιταλία, Γαλλία, Γερμανία, Ολλανδία και Πορτογαλία.

Στην Ισπανία υπάρχουν άνω των 4.000 οινοποιείων που παράγουν κρασί, αφρώδη ποτά και λικέρ, τα περισσότερα από τα οποία είναι μικρού και μεσαίου μεγέθους. Οι συνεταιρισμοί αποτελούν το 12% του συνόλου και αντιστοιχούν στο 60% της παραγωγής (σε αυτούς υπάγονται 211.000 καλλιεργητές). Η Καστίλη λα Μάντσα έχει τα περισσότερα οινοποιεία (25%) και έπονται η Καταλονία (16%), η Καστίλη και Λεόν (11,5%) και η Ανδαλουσία (9%).

Πέραν των μικρομεσαίων οινοποιείων, υπάρχει περιορισμένος αριθμός μεγάλων επιχειρήσεων (όμιλοι εταιρειών), οι οποίες διευρύνουν σταδιακά το μερίδιο αγοράς τους, με ιδιαίτερο εξαγωγικό προσανατολισμό. Συγκεκριμένα, λειτουργούν εννέα εταιρείες με ετήσιο κύκλο εργασιών άνω των € 100 εκ. Στις εν λόγω εταιρείες υπάρχει συμμετοχή ξένων κεφαλαίων, όχι όμως σε πλειοψηφικό ποσοστό. Όλες οι προαναφερθείσες ισπανικές εταιρείες έχουν συμφωνίες με ξένες οινοπαραγωγικές επιχειρήσεις, με σκοπό την πρόσβαση σε διεθνείς αγορές.

Εξαγωγές

Οι κύριες εξαγωγικές αγορές είναι:

  • η Γερμανία (14,5% σε αξία και 15,5% σε ποσότητα),
  • το Ην. Βασίλειο (13,2% και 6,7%), η Γαλλία (9,6% και 22,9%),
  • οι ΗΠΑ (9,7% και 2,8%),
  • η Ελβετία (4,4% και 2,8%),
  • η Ολλανδία (4,1% και 2,2%),
  • το Βέλγιο (4,1% και 2,3%) και
  • η Ιταλία (3,3% και 9,7%).

Η πολύ μικρή ποσότητα ελληνικών κρασιών που εισάγεται στην Ισπανία, προορίζεται, στην πλειοψηφία της, για τα εστιατόρια ελληνικής κουζίνας.

Παραδοσιακά, κύριος προμηθευτής της Ισπανίας είναι η Ιταλία (κυρίως κρασί που προορίζεται για προσμίξεις).