Kraft Foods και Heinz: Η σημαντικότερη συμφωνία της χρονιάς στον χώρο των τροφίμων

Kraft Foods και Heinz: Η σημαντικότερη συμφωνία της χρονιάς στον χώρο των τροφίμων

Η σημαντικότερη ίσως συμφωνία της χρονιάς στον χώρο των τροφίμων ολοκληρώθηκε την εβδομάδα που μας πέρασε με τη συγχώνευση της Kraft Foods και της Heinz, η οποία ενορχηστρώθηκε από τον μαέστρο των επενδύσεων Γουόρεν Μπάφετ και τη βραζιλιάνικη εταιρεία ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων 3G Capital.

Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση, το επενδυτικό σχήμα θα εξαγοράσει την Kraft αντί 40 δισ. δολαρίων και στη συνέχεια θα τη συγχωνεύσει με τη Heinz, η οποία έχει ήδη περάσει στην κυριότητα των δύο επενδυτών από το 2013. Η νέα εταιρεία που θα προκύψει από την ολοκλήρωση του ντιλ θα είναι η πέμπτη μεγαλύτερη παγκοσμίως στον κλάδο των ποτών και τροφίμων, με ετήσιες πωλήσεις περί τα 28 δισ. δολάρια, ενώ αναμένεται η χρηματιστηριακή αξία της να υπερβεί τα 80 δισ. δολάρια.

Σημειωτέον ότι κάτω από την Kraft Heinz θα υπάρχουν πλέον οκτώ μάρκες προϊόντων αξίας άνω του 1 δισ. δολαρίων έκαστη και πέντε ακόμη με αξία που κυμαίνεται από 500 εκατ. ως 1 δισ. δολάρια. H συγχώνευση των δύο γιγάντων θα προσφέρει δίοδο στα προϊόντα της Kraft εκτός των ΗΠΑ, σε αγορές του εξωτερικού όπου η Heinz έχει ήδη δυναμική παρουσία.

Προστιθέμενη αξία

«Είμαι ιδιαίτερα ευχαριστημένος που είμαι σε θέση να διαδραματίσω έναν ρόλο στη σύμπτυξη αυτών των δύο νικητριών εταιρειών και των εμβληματικών εμπορικών σημάτων τους» δήλωσε ο «γκουρού» των επενδύσεων Μπάφετ, ο οποίος έχει συμμετοχή σε ένα ευρύ φάσμα επιχειρήσεων μέσω του ομίλου του Berkshire Hathaway. Ο αμερικανός επιχειρηματίας χαρακτήρισε αυτού του είδους τις συμφωνίες «το δικό του είδος συναλλαγής» καθώς πρόκειται για τη «συνένωση δύο οργανισμών παγκόσμιας κλάσης με προστιθέμενη αξία για τους μετόχους».

Ωστόσο, την ευφορία στις τάξεις των επενδυτών (η μετοχή της Kraft αυξήθηκε κατά 34% στα 81 δολάρια) δεν συμμερίζονται οι εργαζόμενοι της εταιρείας. Το σχέδιο της συγχώνευσης προβλέπει μεταξύ άλλων και τον περιορισμό των δαπανών κατά 1,5 δισ. δολάρια ετησίως ως το 2017, κάτι που αναμένουν ότι θα περιλαμβάνει και περικοπή θέσεων εργασίας.