Πολωνία: Μία χώρα με ισχυρό αγροτικό τομέα

Διεξήχθη πρόσφατα στην Βαρσοβία, η 6η ετήσια παρουσίαση του πολωνικού Οργανισμού Αγοράς Αγροτικών Προϊόντων (Agencja Rynku Rolnego – ARR) προς τα μέλη των διπλωματικών αποστολών των κρατών-μελών της Ε.Ε. και των υποψηφίων προς ένταξη κρατών, η οποία και αφορούσε τις εξελίξεις στον πολωνικό αγροτικό τομέα κατά το 2012, τα κυριότερα σημεία εκ της οποίας σταχυολογούμε και σας ενημερώνουμε.

Ο ARR είναι κρατικός οργανισμός που εποπτεύεται από το Υπουργείο Γεωργίας & Αγροτικής Ανάπτυξης και το Υπουργείο Οικονομικών. Η αποστολή του συνίσταται στη στήριξη και διατήρηση της οικονομικής ισορροπίας στον πολωνικό τομέα των αγροτικών τροφίμων. Από το 2004, ο οργανισμός αποτελεί επίσης πιστοποιημένη αρχή πληρωμών κοινοτικών ενισχύσεων και διεξαγωγής ελέγχων σχετικά με τη μεταποίηση των αγροτικών προϊόντων στο πλαίσιο της ΚΑΠ.

Ο Υφυπουργός Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης κ. T. Nalewajk, στον χαιρετισμό που απηύθυνε, στάθηκε ιδιαίτερα στον εξωστρεφή χαρακτήρα της πολωνικής αγροτικής οικονομίας, υπογραμμίζοντας ότι ο όγκος των εξαγωγών αγροτικών προϊόντων έχει τετραπλασιαστεί από το 2004 (χρόνος ένταξης στην Ε.Ε.) έως σήμερα.

Σύμφωνα με την παρουσίαση, το μέγεθος των καλλιεργουμένων εδαφών στην Πολωνία έφθασε κατά το 2011 στα 11,2 εκ. εκτάρια (έκταση που αντιστοιχεί στο 73% των συνολικών εδαφών της χώρας), μέγεθος έκτασης δε, που την κατατάσσει στην τρίτη θέση (μετά την Γαλλία και Ισπανία) σε συνολικό  μέγεθος καλλιεργουμένων εκτάσεων μεταξύ των 27 χωρών της ΕΕ. Κατά το 2012, η αξία της πολωνικής παραγωγής αγροτικών προϊόντων ανήλθε στα 75,5 δισ. Ζλότυ (τρέχουσα συναλλαγματική ισοτιμία: 1 Ευρώ = 4,2 Ζλότυ), με το 55% (41,6 δισ.) αυτής αντιστοιχεί στη ζωική και το 45% (32,9 δισ.) στη φυτική παραγωγή.

Σύμφωνα με στοιχεία της δ/νσης τεκμηρίωσης του ARR, η εγχώρια αγορά βασικών αγροτικών προϊόντων (δημητριακά, κτηνοτροφία, γαλακτοκομικά και φρούτα & λαχανικά) έχει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

Δημητριακά

Τα δημητριακά, με αξία 12,3 δισ. Ζλότυ, αντιπροσωπεύουν το 16% της συνολικής αγροτικής παραγωγής και το 36% της φυτικής παραγωγής της χώρας. Το 2012/2013 παρήχθησαν 8,6 εκ. τόνοι σίτου (πρόβλεψη 2013/2014: 9,4 εκ. τόνοι), 5,4 εκ. τόνοι βρώμης (2013/2014: 4,2 εκ. τόνοι), 3,3 εκ. τόνοι σιταροσίκαλης/τριτικάλε (πρόβλεψη 2013/2014: 4,3 εκ. τόνοι), 4,2 εκ. τόνοι κριθαριού (πρόβλεψη 2013/2014: 2,9 εκ. τόνοι), 2,9 εκ. τόνοι σίκαλης (πρόβλεψη 2013/2014: 3,3 εκ. τόνοι) και 4 εκ. τόνοι αραβόσιτου (πρόβλεψη 2013/2014: 3,9 εκ. τόνοι).

Το ισοζύγιο του εξωτερικού εμπορίου στον τομέα των δημητριακών είναι πλεονασματικό την τελευταία πενταετία (πλεόνασμα αξίας 258 εκ. Ευρώ το 2011/2012 και εκτίμηση για 1,1 δισ. το 2012/2013). Το 2011/2012 η αξία των σχετικών εξαγωγών ανήλθε στα 1,23 δισ. Ευρώ (εκτίμηση για 1,9 δισ. το 2012/2013), ενώ η αξία των εισαγωγών ανήλθε στα 975 εκ. Ευρώ (εκτίμηση για 797 εκ. το 2012/2013). Η εγχώρια κατανάλωση είναι μάλλον σταθερή σε επίπεδο άνω των 26 εκ. τόνων/έτος την τελευταία πενταετία (28 εκ. τόνοι το 2011/2012, εκτίμηση για 27 εκ. τόνους το 2012/2013 και πρόβλεψη για 26,8 εκ. τόνους το 2013/2014).

Κτηνοτροφία

Τα ζώα που προορίζονται για σφαγή, με αξία 24,7 δισ. Ζλότυ, αντιπροσωπεύουν το 33% της συνολικής αγροτικής παραγωγής και το 59% της ζωικής παραγωγής της χώρας.

 Ειδικά όσον αφορά στο χοιρινό κρέας, η Πολωνία αποτελεί τον 4ο μεγαλύτερο παραγωγό της Ε.Ε. και τον 10ο μεγαλύτερο παραγωγό διεθνώς. Παρ’ όλα αυτά, ο απόλυτος αριθμός των εκτρεφόμενων χοίρων (άνω των 11,5 εκ. ζώων το 2012 και 11 εκ. ζώα το 2013) μειώνεται τα τελευταία χρόνια και το χοιρινό κρέας – μολονότι εξακολουθεί να διατηρεί τα πρωτεία – αντιπροσωπεύει μικρότερο ποσοστό της συνολικής παραγωγής κρέατος σε σύγκριση με το παρελθόν. Η εδώ αγορά θεωρείται αυτάρκης ως προς το χοιρινό κρέας και τα προϊόντα χοιρινού κρέατος. Ο όγκος των εξαγωγών χοιρινού κρέατος ήταν της τάξης των 312.000 τόνων το 2011, των 369.000 τόνων το 2012 και εκτιμάται ότι θα είναι μεγαλύτερος το 2013. Ο όγκος των εξαγωγών προϊόντων χοιρινού κρέατος ήταν της τάξης των 124.000 τόνων το 2011, των 133.000 τόνων το 2012 και εκτιμάται ότι θα παραμείνει στα ίδια επίπεδα το 2013.

Η Πολωνία αποτελεί τον 8ο μεγαλύτερο παραγωγό βόειου κρέατος στην Ε.Ε.. Ο πληθυσμός των εκτρεφόμενων βοοειδών δεν έχει μεταβληθεί σημαντικά από το 2004 μέχρι σήμερα. Το 80% της εγχώριας παραγωγής βόειου κρέατος εξάγεται (σε 60 χώρες), ενώ κάθε χρόνο (από το 2004 έως το 2013) δεν εισάγονται περισσότεροι από 23.000 τόνοι. Το 2011 παρήχθησαν 413.000 τόνοι και εξήχθησαν 333.000, το 2012 παρήχθησαν 394.000 τόνοι και εξήχθησαν 334.000, ενώ για το 2013 προβλέπεται μικρή μείωση της παραγωγής και διατήρηση των εξαγωγών στο ίδιο επίπεδο.

Η Πολωνία αποτελεί τον 4ο μεγαλύτερο παραγωγό κρέατος πουλερικών στην Ε.Ε. Οι εισαγωγές είναι περιορισμένες (περίπου 80.000 τόνοι/έτος) και συμπληρώνουν την εγχώρια παραγωγή (1.427.000 τόνοι το 2011 και 1.582.000 τόνοι το 2012). Το 2011 εξήχθησαν 530.000 τόνοι, το 2012 639.000 τόνοι. Η εγχώρια κατά κεφαλήν κατανάλωση πουλερικών εμφανίζει σταθερά αυξητική τάση τα τελευταία 4 έτη.

Οι τιμές του πολωνικού κρέατος είναι ανταγωνιστικές για τα δεδομένα της Ε.Ε. Το χοιρινό κρέας πωλείται φέτος σε τιμή που αντιστοιχεί στο 99% (102% το 2012 και 104% το 2004) του μ.ό. της Ε.Ε., το βόειο κρέας πωλείται φέτος σε τιμή που αντιστοιχεί στο 79% (85% το 2012 και 69% το 2004) του μ.ό. της Ε.Ε., ενώ το κρέας πουλερικών πωλείται φέτος σε τιμή που αντιστοιχεί στο 74% (73% το 2012 και 75% το 2004) του μ.ό. της Ε.Ε..

Γαλακτοκομικά

Το γάλα, με αξία 12,7 δισ. Ζλότυ, αντιπροσωπεύει το 17% της συνολικής αγροτικής παραγωγής και το 31% της ζωικής παραγωγής της χώρας. Το 2012, η παραγωγή γάλακτος ανήλθε στα 12,29 δισ. λίτρα (12,05 δισ. λίτρα το 2011 και 11,92 δισ. λίτρα το 2010), επίδοση που κατατάσσει την Πολωνία στην 4η θέση στην Ε.Ε. και στη 12η διεθνώς. Ο μεν αριθμός των αγελάδων που παράγουν γάλα βαίνει μειούμενος από το 2008 μέχρι σήμερα (2,3 εκ. ζώα το 2013, αριθμός που φέρνει την Πολωνία στην 2η θέση στην Ε.Ε., πίσω από Γερμανία και Γαλλία), η δε παραγωγικότητα των αγελάδων αυξάνεται σταθερά από το 2004 (5.360 κιλά γάλακτος ανά ζώο το 2013). Το 73% της παραγωγής γάλακτος καταλήγει σε συνεταιρισμούς, οι οποίοι το διαθέτουν στη συνέχεια στην αγορά, μέσω διαφόρων διαύλων. Η τιμή πώλησης του φρέσκου γάλακτος (~31,5 Ευρώ/100 κιλά) είναι αρκετά χαμηλότερη από τον μ.ό. της Ε.Ε. (~36,5 Ευρώ) και την τιμή πώλησης του γερμανικού γάλακτος (~38 Ευρώ), υψηλότερη όμως από την τιμή πώλησης του ρουμανικού γάλακτος (~28 Ευρώ). Η εγχώρια κατανάλωση γάλακτος και βουτύρου αυξάνεται συνεχώς τα τελευταία 8 χρόνια. Τα γαλακτοκομικά αντιπροσωπεύουν το 8% των πολωνικών εξαγωγών τροφίμων και αγροτικών προϊόντων (2012). Το 2012, η αξία των μεν εξαγόμενων γαλακτοκομικών προϊόντων – σε 120 χώρες – ανήλθε στα 1,44 δισ. Ευρώ (1,39 δισ. το 2011 και 1,2 δισ. το 2010), των δε εισαγόμενων στα 536 εκ. Ευρώ (523 εκ. το 2011 και 430 εκ. το 2010). Η εγχώρια παραγωγή καθιστά την Πολωνία αυτάρκη σε ποσοστό 112%.

Παραγωγή φρούτων και λαχανικών

Η παραγωγή φρούτων και λαχανικών αντιπροσωπεύει το 13% της συνολικής αγροτικής παραγωγής της χώρας. Τα λαχανικά αντιπροσωπεύουν το 7% και τα φρούτα το 6% της συνολικής αγροτικής παραγωγής. Σε επίπεδο Ε.Ε., η Πολωνία είναι πρώτη στην παραγωγή μήλων και μούρων (5η και 3η διεθνώς, αντίστοιχα), δεύτερη στην παραγωγή φράουλας και cowberries (9η και 4η διεθνώς), στην παραγωγή μανιταριών (4η διεθνώς) και στην παραγωγή πατάτας (7η διεθνώς).

Το 2012 παρήχθησαν 5,43 εκ. τόνοι λαχανικών (πρόβλεψη για 5,17 εκ. τόνους το 2013), εξαιρουμένων των μανιταριών, και 3,84 εκ. τόνοι φρούτων (πρόβλεψη για 3,94 εκ. τόνους το 2013). Επίσης, το 2012 παρήχθησαν 1,05 εκ. τόνοι επεξεργασμένων φρούτων (πρόβλεψη για ίδια ποσότητα το 2013), 1,42 εκ. τόνοι χυμών (πρόβλεψη για 1,43 εκ. τόνους το 2013) και 1,1 εκ. τόνοι επεξεργασμένων λαχανικών (πρόβλεψη για 1,09 εκ. τόνους το 2013).

Το 2012, η αξία των μεν εξαγωγών φρούτων ανήλθε στα 1,79 δισ. Ευρώ, των δε εισαγωγών φρούτων στα 1,39 δισ. Ευρώ. Την ίδια χρονιά, η αξία των μεν εξαγωγών λαχανικών ανήλθε στα 639 εκ. Ευρώ, των δε εισαγωγών λαχανικών στα 548 εκ. Ευρώ.

Τέλος, σύμφωνα με στέλεχος της δ/νσης τεκμηρίωσης του ARR, τα βασικά κενά της πολωνικής αγροτικής παραγωγής, που αναπληρώνονται με εισαγωγές, εντοπίζονται στους τομείς των ελαίων, των σπόρων, της σόγιας, της κράμβης, των ζωοτροφών (κυρίως για την πτηνοτροφία και τις ιχθυοκαλλιέργειες), του καφέ, του τσαγιού και του κακάο (τα τρία τελευταία ως πρώτες ύλες για την εδώ βιομηχανία τροφίμων).

Πρεσβεία της Ελλάδος στη Βαρσοβία. Γραφείο Οικονομικών και Εμπορικών υποθέσεων