Πρόκληση της δεκαετίας το νέο μοντέλο της γεωργίας

Πρόκληση της δεκαετίας το νέο μοντέλο της γεωργίας

…Ως την ένταξη της χώρας μας στην ΕΕ η ελληνική γεωργία ήταν σχετικά ανταγωνιστική με πλεονασματικό εμπορικό ισοζύγιο και αυτάρκεια σε αρκετά βασικά προϊόντα.

Εγκατάλειψη

Στη συνέχεια από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 και παρά την εισροή κοινοτικών πόρων η ανταγωνιστικότητα αρχίζει να μειώνεται, κυρίως λόγω της εγκατάλειψης ή της μερικής υποκατάστασης ορισμένων καλλιεργειών από άλλες υψηλότερα επιδοτούμενες.

Μετά το 2000 η κατάσταση επιδεινώθηκε και η χώρα μας έγινε έντονα ελλειμματική ακόμη και σε προϊόντα για τα οποία διέθετε ισχυρά συγκριτικά πλεονεκτήματα όπως τα φρούτα και λαχανικά. Παράλληλα λόγω των δεσμεύσεων που είχε αναλάβει έναντι της ΕΕ (ποσοστώσεις) το εμπορικό έλλειμμα στα προϊόντα ζωικής προέλευσης αναρριχήθηκε σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.

Παρά την απώλεια ανταγωνιστικότητας, οι επιπτώσεις του ανοίγματος της ελληνικής γεωργίας στον διεθνή ανταγωνισμό δεν ήταν ιδιαίτερα καταστροφικές, αφού αμβλύνθηκαν από την εφαρμογή της ΚΑΠ.

Η εξειδίκευση στα γεωργικά προϊόντα αυξήθηκε, τα μερίδια αγοράς βελτιώθηκαν, οι όροι εμπορίου παρέμειναν σε ικανοποιητικά επίπεδα και το αγροτικό εισόδημα διατηρήθηκε σε ανεκτά επίπεδα.

Δημιουργήθηκαν όμως στρεβλώσεις όπως η εξειδίκευση (ή η διατήρησή της) σε προϊόντα για τα οποία τα συγκριτικά πλεονεκτήματα εξανεμίζονταν, ενώ σε άλλα για τα οποία υπήρχαν ή θα μπορούσαν να δημιουργηθούν ισχυρότατα πλεονεκτήματα η παραγωγή τους συρρικνώθηκε.

Η βιωσιμότητα της ελληνικής γεωργίας, με τις δεδομένες συνθήκες διάρθρωσης του παραγωγικού συστήματος, κόστους παραγωγής, διεθνούς εξειδίκευσης και ανταγωνιστικότητας, κρίνεται επισφαλής.

Ρευστό περιβάλλον

Οι δραματικές εξελίξεις των τελευταίων ετών (νέα ΚΑΠ, παγκοσμιοποίηση, οικονομική κρίση, αύξηση των διατροφικών και περιβαλλοντικών κινδύνων, υπερπληθυσμός κ.τ.λ.) δημιουργούν ένα ρευστό περιβάλλον που εμπεριέχει τεράστιους κινδύνους αλλά και ευκαιρίες για την ελληνική γεωργία.

Η εγκατάλειψη του καθεστώτος υψηλής προστασίας και των ενισχύσεων της παραγωγής, σε συνδυασμό με τη χαμηλή διεθνή ανταγωνιστικότητα, καθιστά πλέον επιτακτική τη ριζική αναδιάρθρωση των αρχαϊκών οικονομικών και κοινωνικών δομών που διαιωνίστηκαν λόγω της αγροτικής πολιτικής που ακολουθήθηκε.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Ακτινογραφώντας την ελληνική γεωργία

Η δημιουργία συγκριτικών πλεονεκτημάτων ποιότητας αποτελεί σήμερα τη μοναδική ορθολογική επιλογή για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής γεωργίας, αφού ακόμη και με ριζική αναδιάρθρωση των δομών η δημιουργία και διατήρηση συγκριτικών πλεονεκτημάτων τιμών θα είναι εξαιρετικά δύσκολη. Οι θετικές τάσεις της παγκόσμιας ζήτησης για διαφοροποιημένα (ονομασίας προέλευσης) και βιολογικά προϊόντα καθώς και η στροφή προς τη μεσογειακή διατροφή δημιουργούν προϋποθέσεις για μετατροπή πολλών μειονεκτημάτων της ελληνικής γεωργίας σε συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Χειραφέτηση

Η στροφή προς την ποιοτική και βιολογική γεωργία και κτηνοτροφία ευνοείται από μια διαρκώς αυξανόμενη και ανικανοποίητη εγχώρια και διεθνή ζήτηση και από τις κατευθύνσεις της ευρωπαϊκής και εθνικής αγροτικής πολιτικής.

Η επιλογή αυτή προϋποθέτει αλλαγή νοοτροπιών, σημαντικές προσπάθειες ευαισθητοποίησης – εκπαίδευσης των αγροτών, δημιουργία σοβαρών υποδομών έρευνας – ανάπτυξης, ελέγχου και πιστοποίησης, δικτύων προβολής και προώθησης των προϊόντων, δημιουργίας εθνικών σημάτων ποιότητας κ.τ.λ., κυρίως όμως συνειδητοποίηση του στρατηγικού ρόλου που θα μπορούσε να έχει ο αγροτικός τομέας για την αντιμετώπιση της κρίσης και τη χειραφέτηση της χώρας από τη διεθνή κηδεμονία.

Κοινοτικές ενισχύσεις
Οι πολιτικές που δημιούργησαν τις στρεβλώσεις

Η πολιτική τής με κάθε τρόπο μεγιστοποίησης των επιδοτήσεων που ακολούθησαν όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις από το 1981 ως την υιοθέτηση της νέας ΚΑΠ (από το 2006) είχε αποτέλεσμα τη δημιουργία στρεβλώσεων. Οι κοινοτικές ενισχύσεις παρουσίαζαν εντονότατη ανισοκατανομή μεταξύ των επί μέρους προϊόντων, αφού περίπου το 50% της αξίας της γεωργικής παραγωγής μας απολάμβανε ελάχιστη ως καμία στήριξη (οπωροκηπευτικά, χοιρινό κρέας, αβγά – πουλερικά, μέλι, χορτονομές κ.τ.λ.), ενώ σε ορισμένα προϊόντα οι επιδοτήσεις ήταν υπερβολικές.

Στον καπνό, η πριμοδότηση ορισμένων ποικιλιών ήταν τριπλάσια της εμπορικής τιμής τους, στο βαμβάκι διπλάσια, σε κάποια προϊόντα ίση, ενώ σε άλλα όπως το αιγοπρόβειο κρέας και το ελαιόλαδο περί το 1/3.

Ετσι είχαμε τεράστια επέκταση ορισμένων καλλιεργειών σε βάρος άλλων.

Η κατάσταση ήταν ιδιαίτερα ανισοβαρής, αφού η χώρα μας παρήγε και εξήγε προϊόντα για τα οποία δεν διέθετε ισχυρά συγκριτικά πλεονεκτήματα, ενώ αναγκαζόταν να εισάγει βασικά προϊόντα στα οποία δημιουργήθηκαν τεράστιες ελλείψεις (ζωοτροφές, όσπρια, μαλακό σιτάρι αρτοποιίας, κτηνοτροφικά προϊόντα, ορισμένα φρούτα και λαχανικά) που θα μπορούσε να τα παράγει με διεθνώς ανταγωνιστικούς όρους.

Η ένταξη στην ΟΝΕ το 2011 κατήργησε τις υπερβολές των «πράσινων ισοτιμιών» της προηγούμενης περιόδου αλλά λόγω της πολιτικής του σκληρού ευρώ που ακολουθήθηκε η ανταγωνιστικότητα έναντι των τρίτων χωρών μειώθηκε.

Μαντικίδης Τάσος, ΤΟ ΒΗΜΑ

Διαβάστε επίσης:

Αποτελέσματα Ετήσιας Γεωργικής Έρευνας: Η συνολική καλλιεργούμενη γεωργική γη

Ποιοι δικαιούνται βασική ενίσχυση το 2015; Η σημασία της επιλέξιμης έκτασης και ο ενεργός αγρότης

Η γεωργική παραγωγή της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Τα ποσοστά φυτικής και ζωικής παραγωγής