Ψυχανθή  και ελαιοκαλλιέργεια: Αύξηση της παραγωγικότητας και βελτίωση της ποιότητας του ελαιολάδου

Ψυχανθή και ελαιοκαλλιέργεια: Αύξηση της παραγωγικότητας και βελτίωση της ποιότητας του ελαιολάδου

Η εφαρμογή βιώσιμων καλλιεργητικών τεχνικών μπορεί να αυξήσει την παραγωγικότητα της ελιάς, αλλά και να βελτιώσει τα  χαρακτηριστικά  του έξτρα παρθένου ελαιολάδου, αυξάνοντας το περιεχόμενο φαινολικών κλασμάτων.

του ΚΩΣΤΑ ΛΥΡΗ, Γεωπόνος ειδικός γευσιγνώστης ελαιολάδου – kostasliris@hotmail.com

Η Ευρωπαϊκή Ένωση συνεχώς αναζητά και επιβάλει νέες καλλιεργητικές τεχνικές, φιλικές προς το περιβάλλον, με σκοπό τη μείωση του ανθρακικού αποτυπώματος και τη βελτίωση της βιοποικιλότητας.

Ένα σύστημα τεχνικών πρακτικών σε πειραματικό επίπεδο, που με την πρώτη ματιά μπορεί να θεωρηθεί μη συμβατό με τις καλλιεργητικές τεχνικές στην ελαιοκαλλιέργεια κυρίως σε μη αρδευόμενα εδάφη ή επικλινή, έδωσε μερικά ενδιαφέροντα αποτελέσματα.

Στην πραγματικότητα, αρκεί να προσαρμόσουμε τις συνήθεις καλλιεργητικές τεχνικές, στο μικροκλίμα και στις κλιματικές αλλαγές που σήμερα ολοφάνερα υπάρχουν.

Σύμφωνα με μια πρόσφατη δημοσίευση του Strettamente Tecnico στην Πορτογαλία, εφαρμόστηκαν διαφορετικές τεχνικές διαχείρισης του εδάφους, κρατώντας σταθερές ορισμένες καλλιεργητικές παραμέτρους κατά την παραγωγική διαδικασία και συγκομιδή, ώστε να έχουν συγκρίσιμα αποτελέσματα.

Η έρευνα διάρκειας 4 χρόνων, αφορούσε καλλιέργεια ελιάς ποικιλίας  cobrancosa και περιελάμβανε 4 διαφορετικά τεστ:

α. Κλασική καλλιέργεια με κατεργασία εδάφους (δυο φρεζαρίσματα το χρόνο ) με λίπανση ίση με 60 kg αζώτου ανά εκτάριο.

β. Εδαφοκάλυψη με ετήσια ψυχανθή αυτόφυτα.

γ. Αυτοφυή εδαφοκάλυψη με αζωτούχα λίπανση ίση με 60 kg αζώτου ανά εκτάριο.

δ. Αυτοφυή εδαφοκάλυψη χωρίς προσθήκη λιπάσματος.

Συγκρίθηκαν λοιπόν με αυτόν τον τρόπο, διαφορετικά καλλιεργητικά συστήματα, με μεγάλη επίδραση και επίπτωση στο έδαφος, τόσο ως προς την γονιμότητά του όσο και ως προς την εξάτμιση του νερού, με άμεση συνέπεια στον υδατοκορεσμό του, από το πιο δραστικό, την φρέζα, μέχρι το λιγότερο δραστικό, την αυτοφυή κάλυψη.

Τα αποτελέσματα της μελέτης είναι όντως εκπληκτικά. Ο ελαιώνας με την καλλιέργεια ετήσιων  αυτοφυών ψυχανθών είχε μέση  παραγωγικότητα ανώτερη κατά 37% από την εδαφοκάλυψη με αζωτούχα λίπανση, 53% ανώτερη από την κλασική κατεργασία  εδάφους με λίπανση και 95% από την φυσική εδαφοκάλυψη  χωρίς λίπανση.

Ειδικότερα οι Πορτογάλοι ερευνητές επεσήμαναν ότι η κάλυψη  με ετήσια  ψυχανθή επεμβαίνει θετικά στη φυσιολογία των δέντρων της ελιάς κατά την διάρκεια του καλοκαιριού, τα οποία παρουσιάζουν αύξηση της φωτοσυνθετικής ικανότητας, μειωμένο κλείσιμο στοματίων και ένα καλύτερο ισοζύγιο νερού σαφώς καλύτερο από όλες τις άλλες περιπτώσεις .

Επίσης η εδαφοκάλυψη με ψυχανθή συμβάλει στη βελτίωση της παραγωγικότητας του εδάφους αυξάνοντας την  μικροβιακή και ενζυματική βιοποικιλότητα  με αποτέλεσμα την την καλύτερη απόδοση της καλλιέργειας .

Είναι γνωστό ότι οι ετήσιες καλλιέργειες ψυχανθών, μετά από λίγα χρόνια μπαίνουν σε ανταγωνισμό με την ετήσια βλάστηση σε βαθμό που χρειάζεται ξανά σπορά. Σε αυτές τις περιπτώσεις, απαιτείται μια προσεκτική επιλογή της αρχικής σποράς με γνώμονα την ιδιαίτερη επίδραση του PH και των  διάφορων αγρονομικών και κλιματικών  παραμέτρων.

Η σπορά των ψυχανθών, συνήθως γίνεται το φθινόπωρο και η βλαστική τους ικανότητα είναι βασική, για να επιταχυνθεί και να επιτευχθεί μια γρήγορη εδαφοκάλυψη, ώστε να μην μπούνε γρήγορα σε ανταγωνισμό με τα ζιζάνια. Μερικές φορές ο λήθαργος  των σπορών, αποτρέπει  την απαραίτητη πρόωρη βλάστηση.

Σύμφωνα με μια εμπειρία του πανεπιστημίου της ΧΑΕΝ στα ψυχανθή των ειδών: Astragalus hamosus L., Medicago minimi (L.) L., Medicago orbicularis (L.) Bartal, Medicago polymorpha L., e Scorpiurus muricatus L. , το μηχανικό ή όχι σκίσιμο του σπόρου, μπορεί να επιδράσει δραστικά ως προς την βελτίωση της βλαστικότητας, ενώ  σε επιφανειακή  σπορά μπορούμε να έχουμε βλάστηση εντός 10 ήμερων.

Καλύτερη ποιότητα

Η συγκεκριμένη  καλλιεργητική τεχνική, έκτος των άλλων, έχει  και ιδιαίτερη επίδραση στην ποιότητα του ελαιόλαδου, με αύξηση της περιεκτικότητας των φαινολών και μια διαφορετική σύσταση των λιπαρών οξέων. Αυτά οδηγούν και σε μια ελαφρά διαφοροποίηση τον οργανοληπτικών χαρακτηριστικών προσδίδοντας μια ελαφρώς πιο πικρή και πικάντικη γεύση.

Οι πιο σημαντικές διαφορές όμως, αφορούν την μοριακή σύνθεση της ελιάς. Μια ανάλυση του μεταβολισμού ανέδειξε σημαντικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των οποίων, τα λιπαρά οξέα, NADPH, NADP+, μερικά αμινοξέα, νικοτινικό οξύ, β-d-γλυκόζιο και άλλα.

Είναι λοιπόν εμφανές ότι οι καλλιεργητικές πρακτικές μπορούν να επηρεάσουν την σύσταση της ελιάς και κατ΄ επέκταση και του ελαιολάδου σε μεγάλο βαθμό.

Το ανάγλυφο του ελληνικού εδάφους, αλλά και η διαρκής αναζήτηση για αναβάθμιση της ποιότητας του παραγόμενου προϊόντος , σε συνδυασμό με την προστασία του περιβάλλοντος, επιβάλουν μια ήπια καλλιεργητική τεχνική, η οποία κάθε άλλο παρά ζημιογόνα μπορεί να αποβεί.