Η σημασία της ρευστότητας στον αγροτικό τομέα

Η αγροτική οικονομία της χώρας όπως απέδειξε και η συμμετοχή στην Agrotica είναι έτοιμη να ανοίξει φτερά και να απογειωθεί παρασέρνοντας μαζί της και την εν γένει τελματωμένη εθνική οικονομία. Σε κάθε γωνιά της χώρας, στην ελληνική ύπαιθρο συναντάς νέους ανθρώπους με σπουδές και γνώση των νέων τεχνολογιών που ψάχνονται να καινοτομήσουν και να διαφοροποιηθούν.

Αυτή είναι η εικόνα μιας άλλης Ελλάδας διαφορετικής από εκείνη τη μίζερη τη γκρίζα της μικροκομματικής αντιπαράθεσης που κουβαλά τις παθογένειες ενός συστήματος της μεταπολίτευσης που καταρρέει.  Νέοι αγρότες προχωρούν σε σύναψη συμβολαίων με εταιρίες μεταποίησης και συγκροτούν νέους συνεταιρισμούς και ομάδες παραγωγών που διεκδικούν να εφοδιάσουν τις αγορές με τα σπάνιας ποιότητας ελληνικά προϊόντα. Και δεν ομφαλοσκοπούμε όταν αναφερόμαστε σε αυτά τα ιδιαίτερα εδαφολογικά και κλιματολογικά χαρακτηριστικά που δίνουν μοναδική γεύση στα προϊόντα της ελληνικής γης.

Πάρτε για παράδειγμα το ελληνικό αμύγδαλο, ή το κάστανο, ή τα σπάνιας αξίας ελληνικά κρασιά. Η ποιότητά τους εξαιρετική, όπως και οι βρώσιμες ελιές, ή τα φρούτα. Αναγνωρίζονται από τους γευσιγνώστες και μπορούν πραγματικά να αποτελέσουν την ατμομηχανή της εθνικής προσπάθειας για ανάκαμψη.  Υπάρχουν λοιπόν οι προϋποθέσεις. Τι λείπει;

Η οργάνωση, αφενός και η ρευστότητα για τη χρηματοδότηση των επενδυτικών σχεδίων. Συζητώντας με ένα επιχειρηματία που δραστηριοποιείται στη Θεσσαλία στο χώρο της τυποποίησης και επεξεργασίας του αμυγδάλου και των ξηρών καρπών, μας εξομολογήθηκε πως το όνειρό του είναι να φτιάξει μια μονάδα επεξεργασίας,  παρασκευής και τυποποίησης αμυγδαλέλαιου, το οποίο είναι πανάκριβο, χρησιμοποιείται στα καλλυντικά και στα Harrods  πωλείται προς 30 και 40 λίρες το μπουκαλάκι των 150 ml.

Ωστόσο οι στρόφιγγες των τραπεζών είναι κλειστές μας είπε παρά το γεγονός ότι το project θεωρείται πολλά υποσχόμενο… Την ίδια στιγμή η Ελλάδα ενώ κατέχει μόλις το 2% της αμυγδαλοπαραγωγής – αντίθετα η Καλιφόρνια κατέχει το 67% της παγκόσμιας αγοράς- προχωρά στην επέκταση της καλλιέργειας με ρυθμούς χελώνας, παρά το γεγονός ότι το ελληνικό αμύγδαλο αναγνωρίζεται ως το πλέον γευστικό.

Ο λόγος ότι δεν υπάρχουν οι πόροι για την πρώτη εγκατάσταση, ενώ ως γνωστόν στις δενδρώδεις καλλιέργειες απαιτείται ένας χρόνος αναμονής περί τα 3 έτη για να αρχίσει να αποδίδει η επένδυση. Μία επένδυση ωστόσο που μέσω της συμβολαιακής γεωργίας εγγυάται ένα τζίρο περί τα 2200 ευρώ το στρέμμα, ή κέρδος περί τα 800 ευρώ.

Τα παραδείγματα θα μπορούσαν να επεκταθούν και στην κοντή υπέρπυκνη λαδοελιά, στο ιπποφαές, στα αρωματικά φυτά, όπου η χώρα διαθέτει μία σπάνια χλωρίδα ενδημικών φυτών, στην καλλιέργεια σαλιγκαριών  και πάει λέγοντας.

Σε γενικές γραμμές η ελληνική ύπαιθρος είναι ακόμη ακόρεστη και παρά την εντατικοποίηση των καλλιεργειών στον κάμπο για προϊόντα όμως χαμηλής προστιθέμενης αξίας, δύναται να αποδώσει καρπούς. Αρκεί να υπάρξει ένα εθνικό σχέδιο που θα αποδίδει και να μην εστιάζει κανείς στον αγροτικό τομέα ως ένα ακόμη κλάδο για εισπράξεις που καταλήγουν σε μαύρες τρύπες της οικονομίας.

Αρκεί να μην δει κανείς με το κόμπλεξ του μικροαστού που χάνει λόγω της κρίσης την βόλεψή του, την ελληνική περιφέρεια ως πεδίο εξόντωσης των ιθαγενών που επιμένουν να παράγουν και να προσφέρουν στην πραγματική οικονομία. Η ελληνική γη όπως λένε και οι ίδιοι οι νέοι αγρότες βγάζει παπάδες.

Κολλάτος Γιάννης, ΤΟ ΒΗΜΑ