Ρωσική αγορά οίνου: Μια απρόβλεπτη αγορά για έμπειρους παίκτες

Ρωσική αγορά οίνου: Μια απρόβλεπτη αγορά για έμπειρους παίκτες

Επιμέλεια: Ελληνική Γεωργία

Η Ρωσική αγορά αλκοολούχων ποτών συνεχίζει να αποτελεί ένα απρόβλεπτο συνονθύλευμα από εγχώριους παραγωγούς, εμφιαλωτές, εισαγωγείς, με αδύναμα δίκτυα διανομής και συνεχείς αλλαγές σε ένα θεσμικό πλαίσιο το οποίο ήδη αποτελεί αίνιγμα για όλους τους ενασχολούμενους με τον κλάδο.

Η βασική πρόκληση που αντιμετωπίζει ο κλάδος είναι οι υψηλές τιμές που καταγράφονται και η έλλειψη καλής ποιότητας οίνων μεσαίας τιμής.  Επιπλέον, η ετήσια αύξηση του ειδικού φόρου κατανάλωσης για το κρασί προσθέτει επιπλέον πίεση στις τιμές λιανικής πώλησης κρασιού.

Τα χαρακτηριστικά αυτά σε συνδυασμό με τη μείωση της αγοραστικής δύναμης και την επιβράδυνση στην αύξηση των διαθέσιμων εισοδημάτων των Ρώσων καταναλωτών επιφέρουν σημαντικό πλήγμα στις προοπτικές ανάπτυξης της ρωσικής αγοράς οίνων.

Έως και πέντε φορές πιο ακριβά

Σύμφωνα με εκτιμήσεις, οι μέσης ποιότητας οίνοι είναι έως και πέντε φορές πιο ακριβοί για τους Ρώσους καταναλωτές σε σύγκριση με τους Ευρωπαίους καταναλωτές, με αποτέλεσμα οι επιλογές στην αγορά να είναι εξαιρετικά περιορισμένες.

Η ρωσική αγορά οίνου αποτελείται από 3 μέρη:
i. ρωσικά κρασιά από εγχώρια σταφύλια,
ii. ρωσικά κρασιά που παράγονται με εισαγόμενη πρώτη ύλη, και
iii. εισαγόμενα κρασιά.

Σύμφωνα με στοιχεία της Ένωσης Οινολόγων και Οινοποιών της Ρωσίας, το 2014 το μερίδιο της εγχώριας παραγωγής στη ρωσική αγορά οίνου αποτελούσε περίπου το 70% του συνόλου, και αντίστοιχα το μερίδιο των εισαγόμενων οίνων ανήλθε σε 30%. Ωστόσο, μόλις το 40% των εγχωρίως παραγόμενων οίνων προέρχεται από ρωσικά σταφύλια, με το υπόλοιπο 60% να παράγεται από εισαγόμενες πρώτες ύλες.

Κατανάλωση

Η ετήσια κατά κεφαλήν κατανάλωση οίνων στη Ρωσία ανέρχεται σε 7,14 λίτρα, σαφώς μειωμένη από τα περίπου 20 λίτρα της περιόδου του 1980, αλλά ελαφρώς βελτιωμένη σε σχέση με τα περίπου 3 λίτρα των αρχών της δεκαετίας του 2000.

Για λόγους σύγκρισης αναφέρουμε ότι η ετήσια κατά κεφαλήν κατανάλωση οίνων στις ΗΠΑ ανέρχεται σε 11 λίτρα, ενώ στη Γαλλία σε 44 λίτρα.

Περίπου το 15-20% των Ρώσων καταναλωτών προτιμούν ακριβά κρασιά, ενώ το υπόλοιπο ποσοστό καλύπτεται από μεσαίας και χαμηλής τιμής κρασιά, το 60% των οποίων παράγεται εγχωρίως.

Οι μεγάλοι παίκτες της αγοράς

Σύμφωνα με στοιχεία του Ερευνητικού Κέντρου Ομοσπονδιακών και Περιφερειακών Αγορών Αλκοολούχων Ποτών (CIFRRA Research Center), υπάρχουν περίπου 70 εταιρείες που παράγουν κρασί στη Ρωσία. Δώδεκα από αυτές παράγουν κρασιά ανώτερης ποιότητας, ενώ οι υπόλοιπες παράγουν μεσαίας και χαμηλής κατηγορίας κρασιά.

Εισαγωγές στη Ρωσία

Οι 5 πρώτες χώρες που εξήγαγαν οίνους στη Ρωσία κατά το 2014, στις οποίες αναλογεί το 77% των συνολικών εισαγωγών οίνων της Ρωσίας, ήταν η Ιταλία, η Γαλλία, η Ισπανία, η Γεωργία και η Χιλή.

Η Ελλάδα κατέλαβε την 27η θέση μεταξύ των εξαγωγέων οίνου στη Ρωσία, με μερίδιο μόλις 0,1% επί των συνολικών εισαγωγών οίνου της Ρωσίας

Τα περιθώρια κέρδους

H Ρωσική Ομοσπονδιακή Αντιμονοπωλιακή Υπηρεσία μετά από σχετική έρευνα που διενήργησε σε μεγάλες εταιρείες εισαγωγείς/διανομείς οίνων και σε γνωστές εμπορικές αλυσίδες κατέληξε ότι η τελική τιμή του οίνου στην Ρωσία διαμορφώνεται γενικά ως εξής:

Χωρίς τίτλο

Οι ως άνω υπολογισμοί διαφέρουν από αυτούς παραγόντων της αγοράς, οι οποίοι υπολογίζουν την τιμή εισόδου ενός οίνου στην Ρωσία (μεταφορά6, πληρωμή εισαγωγικών δασμών και «παραδασμολογικών» εξόδων) περί το 55-70% επί της αρχικής τιμής αγοράς από τον παραγωγό. Στη συνέχεια το περιθώριο για τον έμπορο χονδρικής δύναται να κυμανθεί από 30-100%. Ανάλογα, τέλος, με το δίκτυο διακίνησης το περιθώριο κέρδους λιανικής πώλησης που προκύπτει κυμαίνεται από 10-70%. Αποτέλεσμα των ανωτέρω είναι η τιμή του κρασιού στην Ρωσία να είναι ιδιαίτερα υψηλή.

Η Ρωσική αγορά οίνου συνιστά μία ιδιαιτέρως δύσκολα προσβάσιμη αγορά, κατακερματισμένη, με μεγάλο αριθμό εμπλεκομένων (παραγωγοί, εισαγωγείς, διακινητές). Είναι, επίσης, μία νέα αγορά, χωρίς μεγάλη εμπειρία στον οίνο, ο οποίος θεωρείται ως μάλλον «ακριβό» προϊόν, που απευθύνεται στα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα.

Στοιχεία από Έκθεση του Γραφείου Ο.Ε.Υ Μόσχας