Τετραπλασιάστηκε η κατανάλωση χοιρινού κρέατος στη Βουλγαρία – Πρώτη θέση στις εισαγωγές

Τετραπλασιάστηκε η κατανάλωση χοιρινού κρέατος στη Βουλγαρία – Πρώτη θέση στις εισαγωγές

Η οικιακή κατανάλωση χοιρινού κρέατος σημειώνει σταθερή αύξηση τα τελευταία δέκα χρόνια, γεγονός που σύμφωνα με σχετική ανάλυση της εφημερίδας CAPITAL συνδέεται με τη σταδιακή άνοδο της ευημερίας στη Βουλγαρία.

Το 2015 αποτέλεσε χρονιά κορύφωσης της κατανάλωσης χοιρινού με 21,4 κιλά ετησίως ανά νοικοκυριό, χωρίς, μάλιστα, να συνυπολογίζονται οι ποσότητες κρέατος που καταναλώθηκαν σε εστιατόρια. Το χοιρινό είναι δε το τρίτο πιο περιζήτητο προϊόν της κατηγορίας των κρεάτων, πίσω από τα πουλερικά και τον κιμά. Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά μ.ό. μια βουλγαρική οικογένεια κατανάλωσε το 2015 τέσσερις φορές παραπάνω χοιρινό από ό,τι το 2005.

Ετήσια κατανάλωση χοιρινού κρέατος από τα νοικοκυριά στη Βουλγαρία
Κόκκινη γραμμή: Ποσότητα χοιρινού κρέατος (σε κιλά), Γκρι γραμμή: Μέση τιμή χοιρινού σε BGN ανά κιλό

Στοιχεία από το Εθνικό Στατιστικό Ινστιτούτο (NSI)

Παραγωγή

Σημαντικά ενισχυμένος εμφανίζεται και ο κλάδος της παραγωγής χοιρινού κρέατος. Όπως αναφέρουν ειδικοί στον τομέα της χοιροτροφίας, πλέον στη Βουλγαρία εκτρέφονται πάνω από 1 εκατ. χοίροι ετησίως, αριθμός που όμως υπολείπεται του αντίστοιχου στις αρχές της δεκαετίας του ’90, όταν η τοπική παραγωγή κατέρρευσε λόγω μιας σειράς παραγόντων, όπως η απελευθέρωση της αγοράς και η ιδιωτικοποίηση των μονάδων χοιροτροφίας. Εκτιμάται δε ότι η «αναγέννηση» του κλάδου οφείλεται και σε υποστηρικτικές κυβερνητικές πολιτικές.

Το 2015 η παραγωγή χοιρινού υπερέβη τους 62.400 τόνους, αύξηση άνω του 14,3% ετησίως, ενώ η αύξηση της παραγωγής σε βάθος δεκαετίας ανέρχεται στο 62%.

Παρόλο, πάντως, που ο αριθμός των ντόπιων χοίρων σημειώνει ετήσια αύξηση, η παραγωγή χοιρινού κρέατος στη Βουλγαρία δεν αρκεί και καλύπτει λιγότερο από το 30% της εγχώριας κατανάλωσης, η οποία πέρυσι ανήλθε στους 196.000 τόνους. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι, τουλάχιστον μέχρι το 2015, δεν υπήρχε ούτε μία εγχώρια πιστοποιημένη μονάδα βιολογικής χοιροτροφίας. Αυτό σημαίνει ότι υφίσταται πεδίο δραστηριοποίησης για ξένες εταιρείες / κτηνοτροφικές μονάδες που παράγουν και εξάγουν προϊόντα χοιρινού συμβατικής ή βιολογικής κτηνοτροφίας.

Παραγωγή χοιρινού κρέατος στη Βουλγαρία (σε τόνους)

Στοιχεία από το Υπουργείο Γεωργίας & Τροφίμων

Η ντόπια παραγωγή αφορά, κυρίως, στο νωπό κρέας, ενώ μια μικρότερη ποσότητα κατευθύνεται για επεξεργασία και παραγωγή άλλων χοιρινών προϊόντων.

Πρώτη θέση στις εισαγωγές

Οι εισαγωγές χοιρινού κρέατος στη Βουλγαρία αυξάνονται παράλληλα με την αναθέρμανση της εγχώριας κατανάλωσης. Συγκεκριμένα, η χώρα είναι καθαρός εισαγωγέας χοιρινού κρέατος, με τις σχετικές εισαγωγές το 2015 να υπολογίζονται μεταξύ 110 και 130 χιλιάδων τόνων. Για το 2015, το χοιρινό κρέας καταλαμβάνει την πρώτη θέση σε όρους αξίας εισαγόμενων προϊόντων στην ευρύτερη κατηγορία των γεωργικών προϊόντων.

Οι μεγαλύτερες ποσότητες χοιρινού κρέατος εισάγονται, κατά σειρά, από την Ισπανία, τη Γερμανία, τη Γαλλία και την Πολωνία. Εισάγονται εξίσου ποσότητες νωπών και κατεψυγμένων κρεάτων, που χρησιμοποιούνται και για τις ανάγκες της μεταποιητικής βιομηχανίας, καθώς οι παραγωγοί αλλαντικών προτιμούν τα εισαγόμενα προϊόντα για διάφορους λόγους: Πρώτον, η βουλγαρική αγορά δεν προμηθεύει τους παραγωγούς με επαρκείς ποσότητες και, δεύτερον, τα περισσότερα σφαγεία πωλούν, κατά κανόνα, ολόκληρους τους χοίρους, ενώ κατά τη διαδικασία επεξεργασίας αλλαντικών χρειάζονται μεγάλες ποσότητες διαφόρων τμημάτων του χοιρινού κρέατος. Παρόλα αυτά, η ζήτηση των εγχώριων αγαθών από τους καταναλωτές εξακολουθεί να είναι υψηλότερη, καθώς επικρατεί η αντίληψη περί «ιδιαίτερης γεύσης» του βουλγαρικού κρέατος.

Το 75% των ποσοτήτων χοιρινού, που διακινήθηκαν από τη Βουλγαρία προς χώρες της ΕΕ το 2015, αφορούν σε εξαγωγές προς την Ελλάδα. Παρά τις επιμέρους αποκλίσεις τους, οι στατιστικές αρχές Ελλάδος και Βουλγαρίας συμφωνούν ότι το 2015 η Ελλάδα ήταν καθαρός εισαγωγέας χοιρινού κρέατος από τη Βουλγαρία, ενώ η χώρα μας εισάγει συνολικά διπλάσιες ποσότητες χοιρινού κρέατος σε σχέση με τη Βουλγαρία (πάνω από 200.000 τόνους το 2015).