Θα ξαναγεννηθεί ο κλάδος της ελληνικής σηροτροφίας;

Θα ξαναγεννηθεί ο κλάδος της ελληνικής σηροτροφίας;

Στο Πρωτοκκλήσι, ένα μικρό χωριουδάκι 250 κατοίκων λίγα χιλιόμετρα έξω από το Σουφλί, στον Εβρο, το αυτοκίνητό μας είναι κολλημένο πίσω από ένα τρακτέρ, που σέρνει μια καρότσα ξεχειλισμένη με φυλλωσιές μουριάς. Στο τιμόνι του κάθεται ο Βαγγέλης Μαλλιαρίδης, 30 ετών, τον οποίο ακολουθούμε σε μια παλιά αποθήκη στην άκρη του χωριού. Το εσωτερικό της είναι δροσερό και στο κέντρο της υπάρχουν μεγάλα ξύλινα τελάρα, πάνω στα οποία κινούνται αργά-αργά χιλιάδες μεταξοσκώληκες που μασουλάνε μορεόφυλλα βγάζοντας έναν ανεπαίσθητο συρτό ήχο. Ο Βαγγέλης είναι μόνιμος στρατιωτικός σε μονάδα του Εβρου. Τον περασμένο χρόνο η σύζυγός του, Γεωργία, εντάχθηκε σε πρόγραμμα Νέων Αγροτών και αποφάσισε να επενδύσει στη σηροτροφία, την εκτροφή μεταξοσκώληκα για την παραγωγή μεταξωτού νήματος. Το ζευγάρι δεν είχε εμπειρία ούτε οικογενειακή παράδοση σ’ αυτό. Ωστόσο, αγόρασαν αυγά μεταξοσκώληκα από την Κίνα, προχώρησαν στην εκτροφή των χρυσοφόρων εντόμων και παρήγαγαν κουκούλια, καταφέρνοντας να διαθέσουν όλη τους την παραγωγή. Φέτος προμηθεύτηκαν περισσότερο μεταξόσπορο και, όπως λένε, ελπίζουν σε ένα καλό εισόδημα έπειτα από εργασία μόλις 35 ημερών.

Με κινέζικο μεταξόσπορο

Θετικές ιστορίες σαν κι αυτήν παρακίνησαν πριν από ένα χρόνο την Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας – Θράκης να παραγγείλει την εκπόνηση μελέτης ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο η ελληνική μηχανή της σηροτροφίας και της μεταξουργίας (δραστηριότητα που έκανε κάποτε γνωστό σ’ όλο τον κόσμο το Σουφλί Εβρου) μπορεί να πάρει ξανά μπροστά. Τα αποτελέσματα ήταν ενθαρρυντικά. Η ζήτηση μεταξωτών προϊόντων παγκοσμίως καταγράφει άνοδο την τελευταία δεκαετία, με αποτέλεσμα η τιμή του ακατέργαστου μεταξιού να έχει σχεδόν τετραπλασιαστεί (από 14 δολάρια το κιλό το 2003 σε 60 δολάρια το 2014). Την ίδια στιγμή, η παραγωγή της Κίνας, που κατέχει το μερίδιο του λέοντος, μειώνεται εξαιτίας της αστυφιλίας και της ατμοσφαιρικής ρύπανσης.

Η ελληνική παραγωγή δεν μπορεί να συγκριθεί με εκείνη χωρών της Απω Ανατολής, ωστόσο, αν φθάσει στα επίπεδα της δεκαετίας του ’60, τότε η χώρα μας θα πλασαριστεί στις δέκα μεγαλύτερες δυνάμεις.

Ακολουθούμε τον Βαγγέλη και τη Γεωργία στον μορεώνα τους. Πριν από δύο μήνες απέκτησαν ένα αγοράκι. Θέλουν να μεγαλώσει στον τόπο τους, με την ποιότητα ζωής που μπορεί να τους εξασφαλίσει το μετάξι. Οπως συμβαίνει με τους περισσότερους σηροτρόφους, το κτήμα δεν τους ανήκει, απλώς το καλλιεργούν για λογαριασμό αγροτών που είχαν ενταχθεί στο πρόγραμμα δασώσεων αγροτικών εκτάσεων. Την πρώτη χρονιά αγόρασαν 100 κουτιά κινέζικου μεταξόσπορου (ελληνικός δεν υπάρχει εδώ και δεκαετίες) από εισαγωγέα, προς 14 ευρώ το κουτί. Κάθε κουτί περιέχει 20.000 αυγά μεταξοσκώληκα και πρέπει να αποδώσει 20 κιλά χλωρών κουκουλιών, ώστε να εισπράξει ο σηροτρόφος επιδότηση περίπου 132 ευρώ ανά κουτί.

Κάπου εκεί αρχίζουν τα δύσκολα. Στον Εβρο δεν υπάρχει αναπινηστήριο, δηλαδή μονάδα που να μετατρέπει το κουκούλι σε νήμα (συνήθως σε αναλογία 6 κιλά κουκουλιού για 1 κιλό μεταξωτού νήματος). Μικρές τέτοιες μονάδες διαθέτουν οι δύο μεγάλες μεταξουργίες που βρίσκονται στο Σουφλί, του Τσιακίρη και του Μουχταρίδη, τις οποίες χρησιμοποιούν για τις δικές τους ανάγκες.

Το δημοτικό αναπινηστήριο που ξεκίνησε να κατασκευάζεται στο Σουφλί στα μέσα της δεκαετίας του ’90 κόστισε περισσότερα από 2 εκατ. ευρώ, όμως δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Χωρίς αυτό δεν υπάρχει ελληνική παραγωγή μεταξωτού νήματος.

«Αναγκαστικά, θα διαθέσουμε την παραγωγή των κουκουλιών στη Βουλγαρία ή την Τουρκία προς 10 ευρώ το κιλό. Εκεί, ένα μέρος τους θα γίνει τελικά νήμα και το υπόλοιπο θα παραμείνει ως έχει, ώστε να χρησιμοποιηθεί στην κατασκευή διακοσμητικών ειδών και αξεσουάρ», λέει ο Βαγγέλης. Αν αφαιρεθεί το κόστος αγοράς του μεταξόσπορου, τα μεροκάματα των εργατών για την καλλιέργεια των μορεώνων και την εκτροφή των εντόμων, κι εφόσον διατεθεί ολόκληρη η παραγωγή κουκουλιών, τότε το ετήσιο εισόδημα μιας οικογένειας σηροτρόφων μπορεί να φθάσει τις 20.000 ευρώ.

Από τους 1.000 τόνους τον χρόνο στους 30

Αργότερα, την ίδια μέρα, φτάνουμε στο χωριό Ρύζια στον βόρειο Εβρο, για να επισκεφτούμε το πιο σύγχρονο σηροτροφείο στα Βαλκάνια. Ο Νίκος Δενήκουρος, 51 ετών, επένδυσε πριν από έξι χρόνια 80.000 ευρώ. Η θερμοκρασία στο εκτροφείο είναι σταθερή στους 25-26 βαθμούς Κελσίου και η υγρασία στο 75%. Τριγύρω μας, χιλιάδες μεταξοσκώληκες ροκανίζουν φυλλωσιές μουριάς λες και είναι χαρτί.

Ο κ. Δενήκουρος διαθέτει τη μισή παραγωγή κουκουλιών σε έμπορο στη Βουλγαρία, που τα εξάγει στον Καναδά, και την υπόλοιπη σε ελληνικά εργαστήρια τουριστικών ειδών και αξεσουάρ. Οπως λέει, αν είχε τη διπλάσια παραγωγή, θα τη διέθετε χωρίς πρόβλημα. «Στη Βουλγαρία το Ινστιτούτο Σηροτροφίας στην πόλη Βράτσα και στην Τουρκία το αντίστοιχο ίδρυμα στην Προύσα παράγουν μεταξόσπορο και παρέχουν επιστημονική υποστήριξη σε αγρότες και εκτροφείς», σημειώνει.

Πίσω στο Σουφλί, ο Γιώργος Τσιακίρης, τέταρτης γενιάς μεταξουργός, είναι ο άνθρωπος που γνωρίζει όσο λίγοι τα μυστικά του «εβρίτικου χρυσού» και πιστεύει με σθένος στην επανεκκίνηση του κλάδου. Το 80% του νήματος που θα χρησιμοποιηθεί φέτος στο εργοστάσιό του για την παραγωγή φίνων μεταξωτών προϊόντων έχει εισαχθεί από την Κίνα. Ο κ. Τσιακίρης μάς θυμίζει πως τη δεκαετία του ’30 στο Σουφλί παράγονταν σταθερά 1.000 τόνοι ξηρών κουκουλιών ετησίως και γίνονταν εξαγωγές νήματος και υφασμάτων στη Γαλλία και την Ιταλία. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος έπληξε υποδομές και ανθρώπινο δυναμικό, ενώ κατασταλτικός παράγοντας ήταν η εμφάνιση του αμερικανικού νάιλον. Τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 η παραγωγή μειώνεται αισθητά, πέφτοντας στους 100-150 τόνους ξηρών κουκουλιών και τα προϊόντα απορροφώνται κατ’ αποκλειστικότητα από την ελληνική αγορά. «Μετά το 1980 επέρχεται μια καθοριστική αλλαγή. Η Ελλάδα μπαίνει στην ΕΟΚ και δίνονται κίνητρα στους αγρότες να στραφούν σε νέες καλλιέργειες, ξηλώνοντας τους μορεώνες. Μεταπολεμικά υπήρχαν 6.000 στρέμματα μορεώνων, ενώ σήμερα έχουν μείνει 2.500, από τα οποία καλλιεργείται μόλις το 40%», προσθέτει ο κ. Τσιακίρης.

Οι σηροτρόφοι έμαθαν τις επιδοτήσεις τη δεκαετία του ’90. Η ελληνική κακοδαιμονία και η έλλειψη ελεγκτικών μηχανισμών είχαν ως αποτέλεσμα να γίνουν ατασθαλίες. «Ωστόσο, επιδοτήσεις πρέπει να συνεχίσουν να δίνονται, γιατί μόνο έτσι αξίζει τον κόπο η προσπάθεια των εκτροφέων», λένε στο Σουφλί. Τα τελευταία χρόνια η ετήσια παραγωγή ξηρών κουκουλιών έχει πέσει κάτω από τους 30 τόνους. Ζωντανή κρατούν την τοπική οικονομία οι δύο μεγάλες μεταξουργίες και τα τουριστικά γκρουπ που επισκέπτονται τα καταστήματα λιανικής πώλησης μεταξωτών.

Τι θα μπορούσε να γίνει; «Σε συνεργασία με το Εργαστήριο Σηροτροφίας και Μελισσοκομίας του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, είναι δυνατόν να παράγουμε ελληνικό υβρίδιο μεταξοσκώληκα. Το 70% των ακαλλιέργητων μορεώνων μπορούν να αναστήσουν την παραγωγή. Χρειάζεται ένα business plan και όχι απαραίτητα μεγάλες επενδύσεις, ώστε να πάρει μπροστά η μηχανή. Σήμερα στον Εβρο παράγονται 30 τόνοι κουκούλια. Η παραγωγή φεύγει στο εξωτερικό και αντί για 4 τόνους νήμα παράγονται μόνο 300 κιλά. Αν δαπανώντας 300.000 ευρώ λειτουργήσει αναπηνιστήριο στο Σουφλί, αμέσως θα παραχθούν 4 τόνοι μεταξωτού νήματος άριστης ποιότητας», εξηγεί ο κ. Τσιακίρης.

Η μελέτη βιωσιμότητας για το εβρίτικο μετάξι εκπονήθηκε με ευθύνη του Συνδέσμου Κατασκευαστών Ετοιμων Ενδυμάτων. Ο Ηλίας Καλαντζής, χημικός μηχανικός και αναπληρωτής γενικός διευθυντής της Εταιρείας Βιομηχανικής Ερευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης (ΕΒΕΤΑΜ) που συμμετείχε στη μελέτη, παραθέτει αριθμούς: «Αρκούν επενδύσεις 6-7 εκατ. ευρώ και ένας συντονισμός των επαγγελματιών που ασχολούνται με τη σηροτροφία και τη μεταξουργία, ώστε σε χρονικό ορίζοντα τεσσάρων ετών να επιτευχθεί παραγωγή της τάξης των 250-300 τόνων κουκουλιών».

Εν τέλει, η εκπόνηση της μελέτης από την Περιφέρεια είχε ως αποτέλεσμα να προβλεφθούν στο νέο ΕΣΠΑ 2015-2020 μέτρα για τη σηροτροφία και τη μεταξουργία. Αυτό σημαίνει ότι στο εξής μπορούν να υποβληθούν συγκεκριμένες μελέτες και, σύμφωνα με πληροφορίες, υπάρχει ήδη ενδιαφέρον από επιχειρηματία εκτός Εβρου για την κατασκευή αναπηνιστηρίου. Ιδωμεν…

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΚΟΥΜΑΚΑΣ, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ