Η θέση των ελληνικών γεωργικών προϊόντων στην αγορά του Βελγίου

Η θέση των ελληνικών γεωργικών προϊόντων στην αγορά του Βελγίου

Επιμέλεια: ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΕΩΡΓΙΑ

Ιδιαίτερη δυναμική και με προοπτικές εμφανίζεται μέσα από στοιχεία της τελευταίας εξαετίας η αγορά του Βελγίου για τα ελληνικά νωπά και μεταποιημένα αγροτικά προϊόντα, τα τρόφιμα και ποτά.

Το Βέλγιο είναι μία ανοικτή χώρα για τα ελληνικά αγροτικά προϊόντα, ιδιαίτερα οργανωμένη, σχετικά  μικρή αλλά αρκετά ώριμη και μεσαίου προς ανώτερου επιπέδου αγοραστικής δύναμης, υψηλού  επιπέδου απαιτήσεων ως προς την ποιότητα και την τιμή και υψηλής  awareness ως προς την υγιεινή διατροφή.

Ελαιόλαδο

Το Βέλγιο, χώρα καθαρά εισαγωγική σε ελαιόλαδο, καλύπτει τις ανάγκες της εσωτερικής ζήτησης με εισαγωγές κυρίως από την Ισπανία και την Ιταλία και σε μικρότερο βαθμό από την Γαλλία, την Ελλάδα και την Τυνησία. Παρά το γεγονός ότι το ελληνικό ελαιόλαδο αναγνωρίζεται για την ανώτερη ποιότητά του και την υψηλή διατροφική αξία του, και παρ’όλη τη σχετικά ανταγωνιστική τιμή του, παραδοσιακά ο Βέλγος καταναλωτής προτιμά τα ιταλικά και τα ισπανικά ελαιόλαδα, με τα οποία είναι περισσότερο εξοικειωμένος.

Το ελληνικό ελαιόλαδο διοχετεύεται, κατά το μεγαλύτερο μέρος του, στην ελληνική ομογένεια και τα ελληνικά εστιατόρια του Βελγίου, βασικά μέσω του δικτύου των εισαγωγέων και διανομέων ελληνικών τροφίμων. Πάντως, έχει σημειωθεί τα τελευταία χρόνια μια ελάχιστη αύξηση κατανάλωσης ελληνικού ελαιολάδου από μέρους βελγικών νοικοκυριών, ενώ πέραν του «ελληνικού δικτύου διανομής» ορισμένες ελληνικές εξαγωγικές επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται με αρκετή επιτυχία στις βελγικές αλυσίδες διανομής και λιανεμπορίου.

Τα ελληνικά ελαιόλαδα διατίθενται κυρίως στα μεγάλα σουπερμάρκετ (Carrefour, Delhaize), σε κάποια soft discount καταστήματα (Colruyt) και στους εισαγωγείς ελληνικών τροφίμων. Ένα μέρος των παραπάνω σουπερμάρκετ (Delhaize, Colruyt και Makro) εισάγουν μεγάλες ποσότητες ελληνικού ελαιολάδου απευθείας απόΕλλάδα καθώς σε κάποια άλλα (Cora και Match) διακινείται το ελληνικό ελαιόλαδο μέσω των εισαγωγέων ελληνικών προϊόντων.

Επιτραπέζιες ελιές

Οι κυριότερες ανταγωνίστριες χώρες της Ελλάδας στη βελγική αγορά των επιτραπέζιων ελιών σε άλμη είναι πρωταρχικά το Μαρόκο και ακολουθούν η Ισπανία και η ανερχόμενη Τουρκία.

Οι επιτραπέζιες ελιές που εισάγονται από τις ανταγωνίστριες χώρες στο Βέλγιο διαφοροποιούνται σημαντικά τόσο ως προς τις ποικιλίες και την ποιότητα, όσο και ως προς την τιμή τους.

Οι επιτραπέζιες ελιές ελληνικής προέλευσης είναι κατά ποσοστό πλησίον του 60% πράσινες ελιές (είτε ολόκληρες είτε εκπυρηνωμένες και γεμιστές με αμύγδαλο, φέτα ή κόκκινη πιπεριά) και κατά ποσοστό περίπου 40% ελιές καλαμών και μαύρες ελιές.

Γαλακτοκομικά προϊόντα

Οι ελληνικές εξαγωγές γαλακτοκομικών προϊόντων κινούνται σε αρκετά αξιόλογα επίπεδα, με σταθερά αυξητική τάση σχεδόν ολόκληρη την τελευταία εξαετία.

Τα ελληνικά τυριά διατίθενται στο Βέλγιο κυρίως μέσω του παραδοσιακού καναλιού διανομής των αγοραστών – εισαγωγέων ελληνικών τροφίμων και ποτών, οι οποίοι εν συνεχεία τροφοδοτούν εστιατόρια, κυρίως ελληνικής κουζίνας. Ελληνικά τυριά, κυρίως φέτα, διατίθενται σε ορισμένα καταστήματα μεγάλης επιφάνειας, ενώ οι περισσότερες μεγάλες λιανεμπορικές αλυσίδες διαθέτουν ελληνική φέτα με δική τους ετικέτα (private label). Αρκετές είναι εξάλλου οι περιπτώσεις  κατάχρησης της προστατευόμενης ονομασίας «φέτα» από προϊόντα μη ελληνικής προέλευσης.

Αρκετά αξιόλογες και ανερχόμενες τα τελευταία χρόνια είναι και οι εξαγωγές ελληνικών γιαουρτιών στο Βέλγιο, οι οποίες το 2014 ξεπέρασαν σε αξίες το 1 εκατ. €.

Ωστόσο, στη βελγική αγορά γιαουρτιού κυριαρχούν ως κύριες προμηθεύτριες χώρες η Γαλλία και Γερμανία, και κατά δεύτερο λόγο η Ολλανδία, ενώ τα μερίδια των ελληνικών εξαγωγών γιαουρτιών βρίσκονται ακόμη σε χαμηλά επίπεδα, κάτω του 1% των βελγικών εισαγωγών.

Φρούτα, λαχανικά

Πολύ μικρή είναι η παρουσία ελληνικών φρούτων και λαχανικών στην αγορά του Βελγίου, η οποία φαίνεται «παραμελημένη» για τις ελληνικές εξαγωγές φρούτων και λαχανικών.

Οι όποιες σχετικά αξιόλογες ποσότητες ελληνικών φρούτων και λαχανικών που φθάνουν στην αγορά του Βελγίου – ορισμένες από την Ολλανδία αλλά και την Γερμανία – αφορούν πολύ συγκεκριμένα προϊόντα, λ.χ. καρπούζια,  ακτινίδια, σταφύλια, και φαίνεται μάλλον να συμπληρώνουν κενά παρά να αποτελούν συστηματικές εξαγωγές, ενώ απουσιάζουν παντελώς οι εξαγωγές ελληνικών εσπεριδοειδών, καθώς και ροδάκινων.

Αποτέλεσμα είναι οι αλυσίδες του λιανεμπορίου να κατακλύζονται από ομοειδή προϊόντα ανταγωνιστριών μεσογειακών χωρών, λ.χ. Ισπανίας, ορισμένα από τα οποία και σε ορισμένες περιόδους του έτους είναι εμφανώς χαμηλότερης ποιότητας από τα ελληνικά.

Ο μέσος Βέλγος καταναλωτής, καίτοι σαφώς προσανατολισμένος στην τιμή ως κριτήριο για τις αγοραστικές του επιλογές, έχει ωστόσο καλή εικόνα αναφορικά με την υψηλή ποιότητα και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ελληνικών φρούτων και λαχανικών εξαιτίας και της επαφής του με την Ελλάδα. Αποτέλεσμα είναι να διερωτάται συχνά γιατί δεν υπάρχουν νωπά ελληνικά προϊόντα στην αγορά.

Κρασί

Οι τέσσερεις σημαντικότερες χώρες – εξαγωγείς κρασιού στο Βέλγιο, οι οποίες καταλαμβάνουν λίγο παραπάνω από το 80% της αγοράς σε όρους αξίας εισαγωγών του 2014, ήταν οι: Γαλλία ( 57,29%) Ισπανία (10,84%), Ιταλία (7,57%) και Πορτογαλία (4,61%).

Από πλευράς ελληνικών εξαγωγών, παρατηρείται μία συνεχής αύξηση των εξαγωγών ελληνικών κρασιών προς το Βέλγιο, ωστόσο οι ποσότητες και οι αξίες τους παραμένουν σχετικά μικρές. Οι ελληνικές εξαγωγές κρασιών εμφανίζονται το 2014  αυξημένες κατά 23,01% έναντι του 2013, ανερχόμενες σε 2,66 εκατ. €. Κύριες κατηγορίες των ελληνικών εξαγόμενων κρασιών αποτέλεσαν το 2014 τα κρασιά ΠΓΕ με αξία 1,39 εκατ. € και τα κρασιά ΠΟΠ με αξία 514,24 χιλ. €.

Η παρουσία των ελληνικών κρασιών περιορίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο ελληνικό δίκτυο διανομής και στα ελληνικά εστιατόρια, μικρή μερίδα τους ωστόσο τοποθετείται σε ράφια μεγάλων λιανεμπορικών αλυσίδων.

Το βασικό πρόβλημα των ελληνικών κρασιών στην αγορά του Βελγίου είναι ότι τοποθετούνται στην κατηγορία των σχετικά ακριβών κρασιών (άνω των 10 €), με αποτέλεσμα να ανταγωνίζονται κρασιά περισσότερο γνωστών προελεύσεων, και συνεπώς περισσότερο ελκυστικών στον μέσο Βέλγο καταναλωτή.

Στοιχεία από Ο.Ε.Υ. Βελγίου