Τετάρτη , 23 Αύγουστος 2017
Η υψηλή ποιότητα των ελληνικών αγροτικών προϊόντων

Η υψηλή ποιότητα των ελληνικών αγροτικών προϊόντων

Χρήστος Αυγουλάς, Ομότιμος Καθηγητής Γεωργίας στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Πολλοί ρωτούν πού οφείλεται η άριστη ποιότητα των ελληνικών αγροτικών προϊόντων και άλλοι τόσοι ζητούν αποδείξεις και στοιχεία που να το αποδεικνύουν. Οι αποδείξεις αυτές, που σε ολοκληρωμένη μορφή απουσιάζουν από τα γεωπονικά κείμενα, παρουσιάζονται στο κείμενο που ακολουθεί.

Η ποιότητα των ελληνικών αγροτικών προϊόντων, φυτικής και ζωικής προέλευσης είναι πολύ καλύτερη από τα παρόμοια αγροτικά προϊόντα που παράγονται τόσο στις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης όσο και σε τρίτες χώρες. Αυτό, άλλωστε, αποτελεί το συγκριτικό πλεονέκτημα των αγροτικών προϊόντων που παράγονται στη χώρα μας και αυτό πρέπει να αποτελεί το μόνιμο διαβατήριο για την κατάκτηση των ξένων αγορών και την τοποθέτηση των ελληνικών προϊόντων εκεί ψηλά στον πίνακα ποιότητας και στις προτιμήσεις των καταναλωτών, Ελλήνων και ξένων.

Η υψηλή ποιότητα των ελληνικών αγροτικών προϊόντων έχει χαρακτηριστικά που μπορούν να μετρηθούν και οφείλεται σε συγκεκριμένους παράγοντες, που είναι το γενετικό υλικό, το κλίμα, το έδαφος αλλά και η αλληλεπίδραση μεταξύ τους.

Πολλές φορές ακόμα η εξαιρετική ποιότητα των προϊόντων μας οφείλεται στην ύπαρξη «μικροκλιμάτων» σε πολλές περιοχές της ελληνικής επικράτειας, αποτέλεσμα της ιδιαίτερης μορφολογίας των ελληνικών εδαφών και των ευνοϊκών τιμών, κυρίως της θερμοκρασίας, που διαμορφώνονται σε αυτές τις περιοχές. Με άλλα λόγια, στις περιοχές όπου επικρατούν «μικροκλίματα» οι τιμές κυρίως της θερμοκρασίας, αλλά και της ηλιακής ακτινοβολίας και των βροχών, είναι περισσότερο ευνοϊκές για την ανάπτυξη, τις αποδόσεις και την ποιότητα των καλλιεργουμένων φυτών από τις τιμές των αντίστοιχων χαρακτηριστικών στην ευρύτερη γεωγραφική περιοχή. Τέλος, ακόμα ένας παράγοντας που σε αρκετές περιπτώσεις είναι καταλυτικός για την ποιότητα του τελικού προϊόντος είναι η «παραδοσιακή καλλιεργητική τεχνική» που εφαρμόζεται.

Την ανάλυση και την επιστημονική απόδειξη της επίδρασης των παραγόντων αυτών στην ποιότητα θα προσδιορίσουμε στο κείμενο που ακολουθεί, εμπλουτίζοντάς το με συγκεκριμένα γνωστά ή άγνωστα «επεισόδια» από την ελληνική γεωργική παραγωγή. Αλλωστε, τα παραδείγματα που θα κάνουν την προσέγγισή μας στο θέμα της ποιότητας άμεσα κατανοητή είναι πάμπολλα στην ελληνική γεωργία και γι’ αυτό πρέπει να αισθανόμαστε τυχεροί…

ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΠΑΡΑΓΟΝΤΩΝ ΠΟΥ ΚΑΘΟΡΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΠΟΙΟΤΗΤΑ

1.Ο παράγοντας, γενετικό υλικό

Βασικός παράγοντας που καθορίζει την ποιότητα των ελληνικών αγροτικών προϊόντων είναι το γενετικό υλικό. Σε πολλά καλλιεργούμενα είδη αλλά και σε εκτρεφόμενες φυλές ζώων το γενετικό υλικό δρα καθοριστικά στην παραγωγή προϊόντων υψηλής ποιότητας. Σημαντικές τοπικές ποικιλίες που προσαρμόστηκαν ιδανικά σε συγκεκριμένες περιοχές στο πέρασμα των χρόνων παράγουν προϊόντα υψηλής ποιότητας, με ιδιαίτερη γεύση και άρωμα, όπως, π.χ., το πεπόνι της ποικιλίας Αργους, τα μήλα της ποικιλίας Delicious Πιλαφά, τα βερίκοκα Μπεμπέκου, το φιρίκι του Βόλου, το ρόδι της ποικιλίας Ερμιόνης, τα σύκα του Μαρκόπουλου, η φάβα και το τοματάκι της Σαντορίνης, η φάβα της Καρυάς και η φακή της Εγκλουβής στη Λευκάδα, τα φιστίκια της Αίγινας, η βρώσιμη ελιά Καλαμών, τα μανταρίνια της Καλύμνου, η αγκινάρα της Τήνου κ.ά.

Με τον όρο «Τοπικές» ή «Παραδοσιακές» ποικιλίες περιγράφονται οι πληθυσμοί ενός καλλιεργούμενου φυτού που είναι αποτέλεσμα μακρόχρονης εμπειρικής επιλογής από τους καλλιεργητές σε μια περιορισμένη γεωγραφική τοποθεσία. Οι ποικιλίες-πληθυσμοί αυτοί, επομένως, χαρακτηρίζονται από πολύ καλή προσαρμοστικότητα στην περιοχή όπου αναπτύχθηκαν, από την ικανότητα να παράγουν ικανοποιητικά ακόμα και με χαμηλές φροντίδες (π.χ., λίπανση) και από τα εξαιρετικά ποιοτικά τους γνωρίσματα (π.χ., οργανοληπτικά χαρακτηριστικά).

Σιτηρά

Πολύτιμο γενετικό υλικό για τη χώρα μας αποτελούν οι τοπικές ποικιλίες μαλακού και σκληρού σιταριού από τις οποίες παρασκευάζονται ασυναγώνιστης ποιότητας αρτοσκευάσματα και ζυμαρικά.

Λόγω της μακροχρόνιας καλλιέργειας του μαλακού και σκληρού σιταριού στη χώρα μας, της φυσικής επιλογής, των διασχίσεων, των φυσικών μεταλλάξεων και άλλων γενετικών διεργασιών, διαμορφώθηκαν τοπικές ποικιλίες και πληθυσμοί που προσαρμόστηκαν εξαιρετικά σε συγκεκριμένες περιοχές, με γενετικό υλικό που τους δίνει ιδιαίτερα ποιοτικά χαρακτηριστικά (υφή του ενδοσπερμίου, χρώμα ενδοσπερμίου, περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες, περιεκτικότητα σε γλουτένη κ.ά.) και τους κάνει ασυναγώνιστους στην παρασκευή ψωμιού, παξιμαδιών, κουλουριών, μακαρονιών και πολλών άλλων αρτοσκευασμάτων και ζυμαρικών.

Εξαιτίας των ιδιαίτερων εδαφοκλιματικών συνθηκών πολλών περιοχών της χώρας και της αλληλεπίδρασής τους με το γενετικό υλικό, αλλά και λόγω της παραδοσιακής τεχνικής καλλιέργειας, έχουν δημιουργηθεί στο πέρασμα των χρόνων πολλές τέτοιες τοπικές ποικιλίες. Σ’ αυτό συμβάλλει και η γεωγραφική απομόνωση πολλών νησιωτικών κυρίως περιοχών, όπως, π.χ., η περιοχή της νήσου Λήμνου και άλλες. Τέτοιοι πολύτιμοι γενετικά πληθυσμοί είναι ενδεικτικά το Χάσικο Κρήτης, ο Γκρινιάς Ζακύνθου, το Ασπρόσταρο Χανίων, η Σκυλόπετρα Πτολεμαΐδας κ.ά. στο μαλακό σιτάρι και το Κοντοπούλι Λήμνου, το Μαυροθέρι Χίου, ο Μούδρος Λήμνου, η Ατσική Λήμνου κ.ά. στο σκληρό σιτάρι.

Κηπευτικά

Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στις τοπικές ποικιλίες κηπευτικών, όπως τομάτες, μελιτζάνες, κολοκύθια, μπάμιες, φασολάκια κ.ά., στις οποίες το γενετικό υλικό και η προσαρμοστικότητα εξασφαλίζει στα προϊόντα που παράγονται απαράμιλλη γεύση και άρωμα. Το γενετικό υλικό, σε συνδυασμό και σε αλληλεπίδραση με τις ξηροθερμικές συνθήκες και την έντονη ηλιοφάνεια που επικρατούν στη χώρα μας συμβάλλουν στην ανάπτυξη στον μέγιστο δυνατό βαθμό του αρώματος, των βιταμινών, των αντιοξειδωτικών ουσιών και της περιεκτικότητας σε υδατάνθρακες στο σύνολο των παραγόμενων προϊόντων, φυτικής και ζωικής προέλευσης.

Ελιά

Στο γενετικό υλικό οφείλεται η εκλεκτή ποιότητα του ελληνικού ελαιολάδου, η καλύτερη σε παγκόσμια κλίμακα, αφού σε ποσοστό 80% της ποσότητας που παράγεται κάθε χρόνο είναι έξτρα παρθένο, αποτέλεσμα κυρίως των ποικιλιών που καλλιεργούνται, όταν τα αντίστοιχα ποσοστά έξτρα παρθένου ελαιολάδου για την Ιταλία είναι 40% και για την Ισπανία μόνο 25%. Τέτοιες εκλεκτές ελληνικές ποικιλίες λαδολιάς είναι η Κορωνέικη, η Μεγαρείτικη, η Αθηνολιά, η Κουτσουρελιά, η Ασπρολιά κ.ά. Σε αρκετές περιπτώσεις, η υψηλή ποιότητα των προϊόντων οφείλεται στην αλληλεπίδραση του γενετικού υλικού και των κλιματικών συνθηκών που επικρατούν στις περιοχές καλλιέργειας (περιβάλλον ξηροθερμικό, υψηλή ένταση ηλιακής ακτινοβολίας).

Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τις βρώσιμες ελιές, στις οποίες η ασυναγώνιστη παγκοσμίως ποιότητά τους οφείλεται κυρίως στις καλλιεργούμενες ποικιλίες, όπως είναι η ελιά Καλαμών, η κονσερβολιά Αμφίσσης, η θρούμπα Θάσου, η πράσινη ελιά Χαλκιδικής κ.ά.

Αμπέλι

Μεταξύ των σημαντικών αμπελουργικών χωρών του κόσμου, η χώρα μας είναι φημισμένη για το πλούσιο γενετικό υλικό που διαθέτει και τις εκατοντάδες τοπικές εκλεκτές ποικιλίες αμπελιού για παραγωγή κρασιού, όπως το Αηγιωργίτικο, το Ασύρτικο, η Μαλαγουζιά, η Μαλβαζία, το Ξινόμαυρο, το Σαββατιανό κ.ά. Αυτό, σε συνδυασμό με τις ξηροθερμικές συνθήκες και την πλούσια ηλιοφάνεια κάτω από την οποία αναπτύσσονται τα σταφύλια, έχει ως αποτέλεσμα την παραγωγή κρασιών άριστης ποιότητας. Η ηλιοφάνεια δημιουργεί άριστες συνθήκες φωτοσύνθεσης, με αποτέλεσμα την παραγωγή κυτταρικού χυμού πλούσιου σε ζάχαρα, βασικού και απαραίτητου στοιχείου για την παραγωγή κρασιών υψηλής ποιότητας.

Αρωματικά φυτά και άλλα

Κλασικό παράδειγμα προϊόντος υψηλής ποιότητας που οφείλεται στο γενετικό υλικό αποτελεί η περιεκτικότητα σε αιθέριο έλαιο δύο διαφορετικών ειδών ρίγανης. Η περιεκτικότητα σε αιθέριο έλαιο, που αποτελεί το κύριο εμπορικό χαρακτηριστικό της ρίγανης, της ελληνικής ρίγανης είναι τριπλάσια της τουρκικής, γι’ αυτό και τα προϊόντα που παράγονται από την ελληνική ρίγανη είναι ασυναγώνιστα ποιοτικά σε σχέση με αυτά που παράγονται από την τουρκική.

Στο γενετικό υλικό οφείλεται η εκλεκτή ποιότητα των καρυδιών και των κάστανων που παράγονται σε πολλές περιοχές της χώρας (Πελοπόννησος και αλλού), όπως και των κερασιών (Αρκαδία, Ολυμπος κ.ά.) και των βύσσινων (Αρκαδία). Να σημειωθεί ότι ιδιαίτερης ποιότητας είναι και τα παραγόμενα μεταποιημένα προϊόντα, όπως το καρυδέλαιο, ο χυμός βύσσινου ή τα διπλωτά γλυκά με κάστανο.

Ακόμα ένα πολύ σημαντικό χαρακτηριστικό παράδειγμα γεωργικού προϊόντος που η εκλεκτή ποιότητά του οφείλεται στο γενετικό υλικό αποτελούν οι τοπικές ποικιλίες μανιταριών, με ασυναγώνιστη γεύση και άρωμα, που γίνονται ανάρπαστες από τις αγορές του εξωτερικού (π.χ., Γαλλία), όπως το ελληνικό βασιλομανίταρο.

Ζωική παραγωγή

Αλλο κλασικό παράδειγμα μοναδικού προϊόντος υψηλής ποιότητας, ως αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης του γενετικού υλικού των εγχώριων φυλών των εκτρεφόμενων αιγοπροβάτων (ντόπιες φυλές προβάτων και κατσικιών) και της διατροφής τους (αυτοφυής χλωρίδα των ορεινών και ημιορεινών περιοχών της χώρας) αποτελεί η φέτα, προϊόν Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ενωσης, που ζητιέται από όλες τις χώρες του κόσμου. Οι τοπικές ελληνικές φυλές προβάτων και κατσικιών, που το γάλα τους χρησιμοποιείται σε ανάμειξη (πρόβειο και κατσικίσιο) για την παραγωγή της φέτας, διαθέτουν μοναδικά χαρακτηριστικά, μεταξύ των οποίων ιδιαίτερη σημασία έχουν η ανθεκτικότητα τόσο σε ξηροθερμικό περιβάλλον όσο και στις δύσκολες συνθήκες του χειμώνα, η ικανότητα αξιοποίησης της φτωχής και κατά περιόδους μόνο αυτοφυούς βλάστησης, η ανθεκτικότητα σε ασθένειες και η ικανότητα επιβίωσης με περιορισμένους πόρους τροφής και νερού. Οι φυλές αυτές παράγουν γάλα και κρέας με μοναδικά ποιοτικά χαρακτηριστικά, γι’ αυτό και τα παραγόμενα στη συνέχεια προϊόντα (τυριά και κρεατοσκευάσματα) είναι ποιοτικά ασυναγώνιστα.

Εκτός, όμως, από τη φέτα, στους ίδιους παραπάνω λόγους (γενετικό υλικό, εκτροφή, διατήρηση) σε συνδυασμό και με τον τρόπο παρασκευής, οφείλεται η υψηλή ποιότητα πολλών ελληνικών τυριών, είτε αυτά είναι καταχωρημένα ως Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης είτε όχι. Από τα τυριά Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης ας αναφερθούμε ενδεικτικά στη γραβιέρα Κρήτης, στο κασέρι, στο λαδοτύρι της Μυτιλήνης, στο κατίκι Δομοκού, στο μανούρι, στο μετσοβόνε, στο ανεβατό, στο γαλοτύρι κ.ά., ενώ από τα μη καταχωρημένα υψηλής ποιότητας στο κεφαλοτύρι της Καστοριάς, στο ορεινό των Χανίων και στο κεφαλοτύρι της Ξάνθης.

Ξεχωριστή περίπτωση, που αξίζει, όμως, να αναφερθεί, λόγω ποιότητας, αποτελεί το ελληνικό γιαούρτι, το οποίο έχει ήδη κατακτήσει πολλές αγορές του εξωτερικού και η κατανάλωσή του τρέχει με υψηλούς ρυθμούς αύξησης. Η επιτυχημένη παρουσία του στη διεθνή αγορά οφείλεται κυρίως στην εξαιρετική του γεύση, την απίστευτα κρεμώδη υφή του και την υψηλή διατροφική του αξία, αφού περιέχει διπλάσιο ασβέστιο και πρωτεΐνες από τα ελαφρά και άνοστα ανταγωνιστικά του γιαούρτια. Η περίπτωση του γιαουρτιού είναι ξεχωριστή γιατί η παρασκευή του αποτελεί κυρίως θέμα κατάλληλης ειδικής τεχνογνωσίας, που και αυτή συμβάλλει στη δημιουργία προϊόντων ποιότητας.

Στο σημείο αυτό μπορούμε να αναφέρουμε στα πρόβατα τις τοπικές φυλές χιώτικο, καραγκούνικο, αργείτικο, ορεινό της Ηπείρου (μπούτσικο), Λέσβου, Κύμης, Σερρών, Σκύρου, Ζακύνθου, Σαμοθράκης, Καλαρίτικο, Ελασσόνας κ.ά., στους χοίρους τον μαύρο ελληνικό χοίρο, στις κατσίκες το κατσίκι Ελασσόνας, το εξαιρετικής νοστιμιάς κατσίκι Σκύρου κ.ά., στις αγελάδες την αγελάδα Κατερίνης και την αγελάδα Τήνου, τον βούβαλο της Κερκίνης, τις ελληνικές γαλοπούλες κ.ο.κ. Στο επίπεδο του ντόπιου ζωικού πληθυσμού αξιομνημόνευτες για το γενετικό τους υλικό είναι επίσης η τοπική μικρόσωμη φυλή αλόγων της Σκύρου, τα άλογα της Θεσσαλίας, το αλογάκι της Ρόδου κ.ά.

Σημειώνεται ότι στη χώρα μας υπάρχουν δεκάδες εκτροφές ντόπιων φυλών ζώων όλων των ειδών στην Κερκίνη, στη Λεπενού Αιτωλοακαρνανίας, στον Βάλτο Αιτωλοακαρνανίας, στην Παραβόλα Αιτωλοακαρνανίας, στο Ακρωτήρι Χανίων, στην Ιθάκη, στον Πύργο, στην Καλαμπάκα, στα Τρίκαλα, στις Φέρρες του Εβρου κ.α.

2.Ο παράγοντας, κλίμα

Δεύτερος σημαντικός παράγοντας στον οποίο οφείλεται η υψηλή ποιότητα των ελληνικών αγροτικών προϊόντων είναι το κλίμα και, κυρίως, η μεγάλη ηλιοφάνεια όλες τις εποχές του χρόνου, ακόμα και το χειμώνα. Η μοναδική σε ένταση ηλιακή ακτινοβολία έχει ως αποτέλεσμα υψηλούς ρυθμούς φωτοσύνθεσης, με αποτέλεσμα την παραγωγή σε όλα τα καλλιεργούμενα φυτά πυκνού κυτταρικού χυμού, υψηλής συγκέντρωσης σε ζάχαρα και χαμηλής σε οξέα, στην οποία οφείλεται κυρίως η απαράμιλλη γεύση των ελληνικών φρούτων και λαχανικών. Στον ίδιο λόγο, πέραν του γενετικού υλικού, οφείλεται και η αυξημένη περιεκτικότητα πολλών παραγόμενων καρπών σε πρωτεΐνες.

Η ένταση της ηλιακής ακτινοβολίας (φωτισμός ή φωτοπεριοδισμός) σε συνδυασμό με τις ήπιες θερμοκρασίες που επικρατούν κατά τη διάρκεια του χειμώνα στις περισσότερες περιοχές της χώρας και τις δροσερές θερμοκρασίες της άνοιξης ευνοούν την ομαλή και χωρίς προβλήματα λειτουργία των φυτών κατά τη διάρκεια της ανάπτυξής τους, με αποτέλεσμα την παραγωγή προϊόντων άριστων ποιοτικά.

Οι ξηρές συνθήκες που χαρακτηρίζουν το κλίμα της χώρας μας είναι εκείνες στις οποίες οφείλεται η εκλεκτή ποιότητα του ελληνικού σκληρού σιταριού, με αποτέλεσμα να παράγεται άριστης ποιότητας σιμιγδάλι, που είναι ανώτερη από την ποιότητα, π.χ., του ιταλικού σκληρού σιταριού και γι’ αυτό ζητιέται για την παραγωγή ζυμαρικών που δεν λαπαδιάζουν στο βράσιμο. Στις άλλες χώρες, βροχές στη διάρκεια που γεμίζει ο σπόρος (Μάιος), φαινόμενο ιδιαίτερα συνηθισμένο την εποχή αυτή, λόγω του κλίματος, συντελούν στην παραγωγή σκληρού σιταριού υποβαθμισμένης ποιότητας, με μειωμένο ποσοστό σκληρών σπόρων και, επομένως, ακατάλληλου για την παραγωγή ζυμαρικών υψηλής ποιότητας.

Στις ίδιες ξηροθερμικές συνθήκες, στις οποίες οφείλεται η ανάπτυξη συγκεκριμένης πλούσιας αυτοφυούς αρωματικής και όχι μόνο χλωρίδας, οφείλεται η εκλεκτή ποιότητα του κρέατος των εκτατικά εκτρεφόμενων βοοειδών, συνήθως ελεύθερης βοσκής, αλλά και των αιγοπροβάτων και των χοίρων που καταναλώνουν τα συγκεκριμένα φυτά. Η ποιότητα του παραγόμενου κρέατος είναι μοναδική και αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αλληλεπίδρασης του ντόπιου γενετικού υλικού (τοπικές φυλές ζώων) και της πλούσιας χλωρίδας που δημιουργούν οι ξηροθερμικές συνθήκες του φυσικού περιβάλλοντος.

Οι παράγοντες αυτοί του κλίματος συμβάλλουν επίσης στη δημιουργία πλούσιας φυτικής βιοποικιλότητας που, με τη σειρά της, συμμετέχει αποφασιστικά στη διαδικασία της παραγωγής προϊόντων υψηλής ποιότητας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η παραγωγή στη χώρα μας του καλύτερου ποιοτικά μελιού της Ευρωπαϊκής Ενωσης, εξαιτίας της πλούσιας χλωρίδας της ελληνικής γης, στην οποία «βόσκουν» τα σμήνη των μελισσών.

Το κλίμα συμβάλλει, εντέλει, μαζί με το γενετικό υλικό, στην εκλεκτή ποιότητα του ελληνικού ελαιολάδου, της φέτας, των ελληνικών κρασιών, των φρούτων και των λαχανικών και πολλών άλλων προϊόντων, όπως αναφέρεται και παραπάνω.

Οταν αναπτύσσονται κάτω από ξηροθερμικές συνθήκες, τα αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά δημιουργούν φύλλα χονδρά με μικρότερη επιφάνεια, αλλά με μεγαλύτερο αριθμό αδενωδών τριχών, οι οποίες εκκρίνουν αιθέρια έλαια, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ποσότητα και την ποιοτική σύνθεση των παραγόμενων αιθερίων ελαίων αλλά και των φυτικών και ζωϊκών προϊόντων που παράγονται από τη χρησιμοποίηση των παραπάνω φυτών. Αυτό γίνεται σαφές εάν κανείς λάβει υπόψη του την υψηλή ποιότητα σε αιθέρια έλαια και αρωματικές ουσίες της ελληνικής ρίγανης, της λεβάντας, του μελισσόχορτου, του φασκόμηλου, του σιδερίτη (τσάι του βουνού) και πολλών άλλων αρωματικών και φαρμακευτικών φυτών, όπως είναι το γιασεμί, το δενδρολίβανο, η ματζουράνα, η λεβάντα, η λεβαντίνη, η μέντα κ.ά.

Οι κλιματικοί παράγοντες που επικρατούν στην περιοχή είναι επίσης «υπεύθυνοι» για τη σπουδαία γεύση και το υπέροχο άρωμα των παραγόμενων συμπύρηνων ροδάκινων στους νομούς Πέλλας και Ημαθίας, με αποτέλεσμα τα κονσερβοποιημένα προϊόντα τους να έχουν υψηλή ζήτηση από τις πιο απαιτητικές αγορές της Ευρώπης (Ηνωμένο Βασίλειο, Γερμανία κ.ά.). Το ίδιο ισχύει και για τα παραγόμενα στην ίδια περιοχή επιτραπέζια ροδάκινα.

3.Ο παράγοντας, έδαφος

Τρίτος σημαντικός παράγοντας είναι σε αρκετές περιπτώσεις η μορφολογία του εδάφους και η ύπαρξη πολλών μικροκλιμάτων στην ελληνική επικράτεια ή η αλληλεπίδραση της μορφολογίας με τους προηγούμενους δύο παράγοντες.

Χαρακτηριστική περίπτωση, η βραστερότητα ή όχι των οσπρίων, που είναι το κύριο εμπορικό χαρακτηριστικό τους. Την καλύτερη βραστερότητα ή βραστικότητα παρουσιάζουν, π.χ., οι σπόροι της φακής που αναπτύσσονται σε έδαφος που είναι επαρκώς εφοδιασμένο με άζωτο, φωσφόρο, ασβέστιο, μαγνήσιο, θείο, βόριο, χαλκό, σίδηρο, μαγγάνιο, μολυβδαίνιο, ψευδάργυρο και κάλιο. Οταν το έδαφος είναι πλούσιο σε ασβέστιο και μαγνήσιο, τα όσπρια βράζουν με δυσκολία. Επίσης, σε χωράφια βαθιά και καλά στραγγιζόμενα παράγονται καλόβραστα όσπρια, ενώ σε χωράφια συνεκτικά και υγρά τα όσπρια γίνονται κακόβραστα. Στη βραστικότητα των οσπρίων λόγο έχει και η στιγμή της συγκομιδής, για να αναφερθούμε και στον παράγοντα «επίδραση στην ποιότητα της ασκούμενης καλλιεργητικής τεχνικής». Τα όσπρια (φακές, ρεβύθια κ.ά.) που συγκομίζονται λίγο πριν από την τέλεια ωρίμανσή τους και ξεραίνονται σε μέρος με σκιά γίνονται καλόβραστα, ενώ όσα συγκομίζονται εντελώς ώριμα και ξερά είναι συνήθως κακόβραστα.

Το ιδιαίτερο περιβάλλον που διαμορφώνεται από τη μορφολογία του εδάφους στην περιοχή του οροπεδίου της Εγκλουβής και της πεδιάδας της Καρυάς στην ορεινή Λευκάδα, σε συνδυασμό με το γενετικό υλικό (τοπικές ποικιλίες) και την ασκούμενη παραδοσιακή τεχνική καλλιέργειας, είναι οι παράγοντες στους οποίους οφείλεται η καταπληκτική ποιότητα και τα άριστα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά της φακής και του λαθουριού (φάβα), που παράγονται αντίστοιχα στις δύο παραπάνω περιοχές.

Το εδαφικό και κλιματικό περιβάλλον σε αλληλεπίδραση με το γενετικό υλικό (τοπικές ποικιλίες) δημιουργούν επίσης τα άριστα χαρακτηριστικά που χαρακτηρίζουν τα φασόλια των Πρεσπών, τις φακές και τα ρεβύθια της Νίκαιας στη Λάρισα, τα όσπρια της Καστοριάς κ.ά.

Αλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η υψηλή ποιότητα του προϊόντος που προκύπτει από την καλλιέργεια της ποικιλίας καπνού «Μπασμάς» στα «ρεβένια» της Ξάνθης και της Κομοτηνής. Το αναντικατάστατο φυσικό άρωμα των φύλλων του καπνού της συγκεκριμένης ποικιλίας ή των συγκεκριμένων τύπων καπνού οφείλεται στον συνδυασμό γενετικού υλικού αλλά και των ημιορεινών, άγονων ή μέτρια γόνιμων εδαφών των παραπάνω νομών στα οποία καλλιεργείται ο καπνός, που είναι γνωστά ως «ρεβένια». Αυτό το φυσικό άρωμα του «Μπασμά» είναι το στοιχείο που κάνει τα φύλλα της ποικιλίας ζητούμενα από το διεθνές καπνεμπόριο ως απαραίτητο συστατικό του χαρμανιού των δημοφιλέστερων σήμερα τσιγάρων στον κόσμο (τσιγάρα blended).

Στο ιδιαίτερο εδαφοκλιματικό περιβάλλον της περιοχής οφείλεται επίσης η παραγωγή μαστίχας στη Νότια Χίο, καθιστώντας την περιοχή μοναδική στον κόσμο στην παραγωγή ιδιαίτερα ποιοτικών και ασυναγώνιστων προϊόντων.

Στους ίδιους παραπάνω λόγους οφείλεται ο πλούσιος χυμός, η απαράμιλλη γεύση και το υπέροχο άρωμα των ξινών (πορτοκάλια και μανταρίνια κυρίως) που παράγονται στα «πορτοκαλοχώρια» του νομού Χανίων, στον νομό Λακωνίας, στον νομό Μεσσηνίας ή στον κάμπο της Χίου.

Ακόμα ένα στοιχείο που αποδεικνύει την ιδιαίτερη επίδραση των παραγόντων που αναφέρθηκαν παραπάνω στην ποιότητα των παραγόμενων στη χώρα μας γεωργικών προϊόντων είναι το γεγονός ότι οι ίδιοι αυτοί παράγοντες είναι εκείνοι που επιτρέπουν στους Ελληνες παραγωγούς να καλλιεργούν με επιτυχία έναν τεράστιο αριθμό φυτών, τέτοιον που δεν μπορεί να συναντήσει κανείς σε καμιά χώρα του κόσμου. Είναι οι ίδιοι παράγοντες που είναι υπεύθυνοι για την πλουσιότερη χλωρίδα που μπορεί να συναντήσει κανείς σε ευρωπαϊκή χώρα.

Δεν είναι τυχαίο και αποτελεί απόδειξη της υψηλής και αδιαμφισβήτητης ποιότητας των ελληνικών γεωργικών προϊόντων το γεγονός ότι περίπου εκατό διαφορετικά προϊόντα, φυτικά και ζωικά, είναι ήδη γραμμένα στον κατάλογο των προϊόντων «Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ)» και «Προστατευόμενης Γεωγραφικής Ενδειξης (ΠΓΕ)» της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Ο παραπάνω κατάλογος συνεχώς μεγαλώνει και θα μεγαλώνει με νέα προϊόντα της ελληνικής γης.

Υπενθυμίζεται ότι ο όρος «Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης» χρησιμοποιείται για τα προϊόντα που έχουν παραχθεί, επεξεργαστεί και παρασκευαστεί σε μια συγκεκριμένη περιοχή, π.χ. Φέτα (όλη η ηπειρωτική Ελλάδα και η νήσος Λέσβος), Ελαιόλαδο Σητείας Λασιθίου Κρήτης, Εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο Τροιζηνίας, Πράσινες ελιές Χαλκιδικής, Καλαθάκι Λήμνου, Ξυνομυζήθρα Κρήτης, Φιστίκι Αίγινας, Μήλα Ζαγοράς Πηλίου, Ξερά σύκα Κύμης, Πορτοκάλια Μάλεμε Χανίων, Κορινθιακή σταφίδα Βοστίτσα, Ροδάκινα Νάουσας, Μαστίχα Χίου, Κρόκος Κοζάνης, Μέλι ελάτης Μαινάλου βανίλια, Αυγοτάραχο Μεσολογγίου, Κατσικάκι Ελασσόνας κ.ά.

Ο όρος «Προστατευόμενη Γεωγραφική Ενδειξη» χρησιμοποιείται για τα προϊόντα των οποίων τουλάχιστον ένα στάδιο της παραγωγής πραγματοποιείται στη συγκεκριμένη, καθορισμένη περιοχή, π.χ. Ελαιόλαδο Λακωνίας, Ελαιόλαδο Θάσου, Ελαιόλαδο Κεφαλονιάς, Κονσερβολιά Αρτας, Κουμ-κουάτ Κέρκυρας, Σύκα Βραβρώνας Μαρκόπουλου Μεσογείων, Φασόλια (γίγαντες-ελέφαντες) Καστοριάς, Φασόλια (γίγαντες-ελέφαντες) Πρεσπών Φλώρινας, Σταφίδα Ηλείας, Πατάτα Νάξου, Κρητικό παξιμάδι κ.ά.