Η αγορά ελαιολάδου στη Γαλλιά-Τεράστιες δυνατότητες για το ελληνικό ποιοτικό ελαιόλαδο

Η αγορά ελαιολάδου στη Γαλλιά-Τεράστιες δυνατότητες για το ελληνικό ποιοτικό ελαιόλαδο

Η Γαλλία, ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποτελεί ιδανικό προορισμό κατεύθυνσης των ελληνικών εξαγωγών. Εντούτοις, σύμφωνα με τα στοιχεία της Αρχής Τελωνείων Γαλλίας, οι εξαγωγές ελληνικού ελαιολάδου είναι ισχνές στη γαλλική αγορά και η αξία τους ανήλθε το 2012 σε 4,9 εκατ. ευρώ, ενώ στην αντίστοιχη περίοδο η αξία των εξαγωγών ισπανικού ελαιολάδου ανήλθε στα 213 εκατ. ευρώ.

Το προφίλ του Γάλλου καταναλωτή

Όπως προκύπτει από πρόσφατα ευρωπαϊκά στοιχεία ο Γάλλος καταναλωτής κατατάσσεται στην 9η θέση παγκοσμίως αναφορικά προς τις ποσότητες ανάλωσης ελαιολάδου. Η αγορά της Γαλλίας προσφέρει ένα ελκυστικό πεδίο για εισαγωγές από το παγκόσμιο εξαγωγικό φάσμα, δεδομένου ότι κυριαρχεί ανισομέρεια και αναντιστοιχία μεταξύ οριακής εγχώριας παραγωγής και υψηλής εγχώριας κατανάλωσης (περίπου 6.000 τόνοι ετήσια παραγωγή – 100.000 τόνοι ετήσια κατανάλωση σύμφωνα με στοιχεία της Διεπαγγελματικής Ένωσης Ελαιοπαραγωγών Γαλλίας).

Το γαλλικό καταναλωτικό κοινό θεωρείται διεθνώς ως ιδιαίτερα απαιτητικό και εκλεκτικό, λόγω της μακράς παράδοσης της χώρας στην παραγωγή και ανάλωση εδεσμάτων υψηλής γαστριμαργικής δημιουργίας. Το γεγονός ότι το ελαιόλαδο και τα φυτικά έλαια δεν αποτελούσαν παραδοσιακά βασικό συστατικό στοιχείο της γαλλικής διατροφής δε στάθηκε δυνατό, αυτό καθαυτό, να αποτρέψει τα τελευταία χρόνια την ισχυρή μεταστροφή από τη χρήση ζωικών λιπών προς τα φυτικά, κυρίως στις μεσογειακές περιοχές της Γαλλίας. Το 40% των καταναλωτών ελαιολάδου στη Γαλλία είναι κάτω των 50 ετών και το 73% κάτω των 65 ετών. Σημαντικό κριτήριο στην επιλογή ελαιολάδου αποτελεί η περιοχή προέλευσής του, καθώς το 66% των καταναλωτών αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στο στοιχείο της γεωγραφικής αναφοράς (Διεπαγγελματική Ένωση Ελαιοπαραγωγών Γαλλίας).

 

Παραγωγή και εισαγωγές ελαιολάδου στη Γαλλία

Η γαλλική αγορά ελαιολάδου χαρακτηρίζεται από δύο ειδοποιείς διαστάσεις: (1) τη μεγάλη ανισότητα μεταξύ εγχώριας παραγωγής και κατανάλωσης και (2) την ηγετική θέση που κατέχει το ισπανικό ελαιόλαδο, με μερίδιο κάλυψης της αγοράς άνω του 50%. Τα ανωτέρω βασικά χαρακτηριστικά συνθέτουν την εικόνα μίας ενδιαφέρουσας αγοράς με αξιοποιήσιμες προοπτικές, περιθώρια διεύρυνσης του καταναλωτικού κοινού καθώς και την αναγκαιότητα για υιοθέτηση στρατηγικής με στόχο την αύξηση του μεριδίου αγοράς του ελληνικού ελαιολάδου. Στους ακόλουθους πίνακες 1 και 2 αποτυπώνεται η σχέση εγχώριας παραγωγής-κατανάλωσης, αλλά και οι εξαγωγές ελαιολάδου προς τη Γαλλία.

 

 

Το παρθένο ελαιόλαδο αποτελεί το συγκριτικό πλεονέκτημα της χώρας μας, καθώς η Ελλάδα είναι η μεγαλύτερη παραγωγός – χώρα παρθένου ελαιολάδου. Ωστόσο, αναφορικά προς τη γαλλική αγορά καταλαμβάνει την έκτη θέση στην κατάταξη των προμηθευτριών χωρών και συγκεκριμένα έπεται του Βελγίου και της Πορτογαλίας . Επισημαίνεται η διαθεσιμότητα ευρύτατων περιθωρίων που διανοίγονται στους Έλληνες παραγωγούς να διευρύνουν τις εξαγωγές παρθένου ελαιολάδου προς τη γαλλική αγορά.

Δίκτυα διανομής

Το ελαιόλαδο αποτελεί ένα προϊόν με ποικίλες διαφοροποιήσεις αναφορικά προς τον τρόπο παραγωγής και τα δίκτυα διανομής του. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, τα σούπερ μάρκετ αποτελούν το κυριότερο κανάλι διανομής με τις τιμές, τις συσκευασίες και τις επωνυμίες να παρουσιάζουν αξιόλογες διαφοροποίησης.

Σημαντικό κανάλι διανομής αποτελεί, επίσης η πώληση του ελαιολάδου σε καταστήματα λιανικής πώλησης σχετικής δυναμικότητας, όπως ντελικατέσσεν και υπαίθριες αγορές, ενώ το συνολικό εύρος των πωλήσεων μέσω αυτών αντιπροσωπεύει το 11%, γεγονός που παρέχει τη δυνατότητα σε μικρότερους παραγωγούς να τοποθετηθούν στη γαλλική αγορά. Επισημαίνεται ότι το συγκεκριμένο αγοραστικό κοινό, ιδιαίτερα των καταστημάτων ντελικατέσσεν, αναζητά εξαιρετικά ποιοτικά και βιολογικά προϊόντα με χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν στα συγκριτικά πλεονεκτήματα του ελληνικού ελαιολάδου.

Η συνάρτηση της σχέσης τιμής-κέρδους διάθεσης του ελαιολάδου αντανακλά τις σημαντικές διακυμάνσεις ανάλογα με την ποιότητα, τη συσκευασία και την γενικότερη τοποθέτηση του στην αγορά. Επισημαίνεται ότι η εξαγωγή μη τυποποιημένου ελαιολάδου δεν αποφέρει υψηλά οικονομικά οφέλη και ιδιαίτερα στην κρίσιμη χρονική συγκυρία της οικονομικής δυσπραγίας οι Έλληνες παραγωγοί οφείλουν να προσανατολισθούν στη διερεύνηση του επανασχεδιασμού της παραγωγής και εμπορίας προϊόντων με συμπερίληψη αυξημένης προστιθέμενης αξίας.

Οι τιμές του ελαιολάδου και των διαφόρων κατηγοριών του παρουσιάζουν μεγάλη κλιμάκωση με επίπεδο εκκίνησης τα 4 ευρώ ανά λίτρο για ελαιόλαδο ή και αναμεμειγμένο ελαιόλαδο. Οι τιμές αυξάνονται αναλόγως με τα χαρακτηριστικά του προϊόντος και την κατηγορία του ελαιολάδου. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η προσαύξηση της προστιθέμενης αξίας που αποκτά ένα προϊόν ως βιολογικό (bio), με την τιμή του να κυμαίνεται από 6 έως 14 ευρώ ανά λίτρο. Τέλος, οι υψηλότερες τιμές ανάγονται στα προϊόντα Π.Ο.Π (Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης) με το ύψος τους να υπερβαίνει τα 30 ευρώ ανά λίτρο (πίνακας 6).

Χονδρική αγορά, Υπαίθριες αγορές, Ντελικατεσσεν

Το μερίδιο αγοράς του ελαιολάδου που αφορά τους χώρους εστίασης και χονδρεμπορίου αντιστοιχεί σε 40% σε αμφότερα τα ανωτέρω δίκτυα διανομής. Στο εν λόγω πεδίο η στρατηγική τιμολόγησης του προϊόντος είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη σχέση προσφοράς και ζήτησης. Το συγκεκριμένο κανάλι, καθώς και η χονδρική πώληση είναι το πιο ευρέως χρησιμοποιούμενο κανάλι διανομής ελληνικού ελαιολάδου, με ουσιαστική διαφορά ότι οι χονδρέμποροι κατά κανόνα εδρεύουν στην Ιταλία. Ως αποτέλεσμα τα συγκεκριμένα δίκτυα προσφέρουν μικρά περιθώρια κέρδους και δυσκολίες στην επίτευξη προστιθέμενης αξίας που συνήθως επιτυγχάνεται μέσω της διαφοροποίησης του προϊόντος.

Τα δίκτυα προώθησης των πωλήσεων που συγκεντρώνουν σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης εστιάζονται στις υπαίθριες αγορές, στα καταστήματα βιολογικών προϊόντων καθώς και στα ντελικατέσσεν. Οι τιμές διαφοροποιούνται σημαντικά σε αντιστοιχία με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που προσθέτουν αξία στο προϊόν: (1) βιολογικός χαρακτήρας, (2) Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης (Π.Ο.Π). Τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά δυνητικά αποτελούν την κινητήριο δύναμη για το ελληνικό ελαιόλαδο καθώς το ελληνικό ‘’brandname” είναι διεθνώς γνωστό ως ελαιόλαδο εξαιρετικής ποιότητας και άμεσα συνδεδεμένο με την αρχαία Ελλάδα και την αυθεντικότητα.

Αποσπάσματα και τα κυριότερα σημεία από μελέτη του Γραφείου Οικονομικών και Εμπορικών Υποθέσεων Πρεσβείας Παρισίων

Διαβάστε επίσης:

Όσα πρέπει να ξέρετε για την αγορά ελαιολάδου στη Γερμανία

Η αγορά ελαιολάδου στην Κύπρο

Κορέα: Υψηλή τιμή και έλλειψη προβολής, εμπόδια για το ελληνικό ελαιόλαδο

Η αγορά ελαιολάδου και βρώσιμων ελαιών στη Ν. Κορέα