Η αγορά φρούτων και λαχανικών στην Γαλλία – Τα κριτήρια επιλογής

Η αγορά φρούτων και λαχανικών στην Γαλλία – Τα κριτήρια επιλογής

Επιμέλεια: Ελληνική Γεωργία

Η προσφορά των φρούτων και των λαχανικών στην γαλλική αγορά γίνεται όλο και πιο εξειδικευμένη καθώς προσπαθεί να λαμβάνει υπόψη της τις εξελίξεις στον τρόπο ζωής των Γάλλων ιδίως στα αστικά κέντρα.

Οι κύριες αλλαγές που έχουν επέλθει, εστιάζονται στις διαφοροποιούμενες καταναλωτικές τάσεις μεταξύ των γενεών, την αλλαγή στο ωράριο των δύο κύριων γευμάτων, την αύξηση των έτοιμων γευμάτων σε βάρος των παραδοσιακών κατόπιν παραγγελίας και την άνοδο των προπαρασκευασμένων γευμάτων.

Από το 1950 έως και σήμερα

Η εξέλιξη της κατανάλωσης των γεωργικών και μεταποιημένων γεωργικών προϊόντων από το 1950 έως και την 1η δεκαετία του 21ου αιώνα καταδεικνύει την σταθερά ανοδική τάση στην κατανάλωση φρούτων και λαχανικών στην γαλλική αγορά. Οι μεταβολές που παρατηρήθηκαν σε αυτές τις έξι δεκαετίες οφείλονται στην μεγάλη αύξηση του βιοτικού επιπέδου των καταναλωτών στην Γαλλία.

Πάντως τα τελευταία χρόνια και συγκεκριμένα από τις αρχές του 2000 η κατανάλωση παρουσιάζει έντονα σημάδια κόπωσης, τα δε τελευταία χρόνια έχει υποχωρήσει ελαφρώς σε σχέση με την μέγιστη τιμή της που σημειώθηκε το 2003/04.

Πόσα φρούτα και λαχανικά καταναλώνουν οι Γάλλοι

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα έρευνας, η μέση κατανάλωση φρούτων και λαχανικών σε ημερήσια βάση φθάνει στην Γαλλία τα 340 γραμμάρια  εκ των οποίων τα 183 για τα λαχανικά και τα 157 για τα φρούτα. Σύμφωνα με το μέγεθος της μέσης ημερήσιας κατανάλωσης φρούτων και λαχανικών η Γαλλία ευρίσκεται εμφανώς υψηλότερα από τις χώρες της Βορείου Ευρώπης υστερώντας μόνο έναντι της Ελλάδος, της Ιταλίας, της Κύπρου και της Γερμανίας.

Οι μετρήσεις της ιδίας έρευνας τοποθετούν την Ελλάδα στην 1η θέση της συνολικής κατανάλωσης καθώς υπολογίζουν την ημερήσια κατανάλωση λαχανικών στα 264 γραμμάρια και την κατανάλωση φρούτων στα 283 γραμμάρια.

Μία ενδιαφέρουσα διαφοροποίηση στις καταναλωτικές προτιμήσεις μεταξύ Ελλάδος και Γαλλίας ευρίσκεται στο ποσοστό συμμετοχής των μεταποιημένων φρούτων και λαχανικών στο σύνολο της κατανάλωσης. Στην Ελλάδα το μερίδιο των μεταποιημένων φρούτων στο σύνολο της κατανάλωσης είναι στατιστικά ασήμαντο ενώ στα λαχανικά ανέρχεται στο 9.2%.  Στην Γαλλία αντίστοιχα το μερίδιο των μεταποιημένων φρούτων ευρίσκεται στο 2.8% και των μεταποιημένων λαχανικών στο 14.2%.

Με τι κριτήρια επιλέγουν οι Γάλλοι καταναλωτές

Οι αποφάσεις των καταναλωτών επηρεάζονται από την τιμή, την ποιότητα και τον τόπο αγοράς. Αυτοί είναι οι τρεις βασικοί παράγοντες.

Όσον αφορά τα φρούτα ο 1ος παράγοντας που επηρεάζει την απόφαση για αγορά αυτού είναι η εμφάνιση (συστατικό στοιχείο της ποιότητος αυτού) με 73%. Ο 2ος παράγοντας είναι η τιμή με 59% και ο 3ος  ο τόπος καταγωγής με 25%.

Για τα λαχανικά ο 1ος παράγοντας η εμφάνιση με 67% και στην συνέχεια η τιμή με 56% και η διαφοροποίηση στις ποικιλίες με 24%. Ο τόπος καταγωγής με 22% ευρίσκεται στην 4η θέση.

Ειδικότερα σε αυτή την χρονική συγκυρία η ευαισθητοποίηση για το ύψος της τιμής έχει αυξήσει την σχετική βαρύτητα του εν λόγω παράγοντα. Αυτός είναι και ο λόγος που τα τελευταία έτη παρατηρείται βελτίωση του μεριδίου των μεγάλων αλυσίδων λιανικών πωλήσεων και ιδίως των υπεραγορών. Αυτή, οφείλεται στις χαμηλές τιμές αλλά και στις προσφορές που συμπιέζουν με την σειρά τους το κόστος αγοράς σε μία περίοδο όπου η αγοραστική δύναμη των καταναλωτών  είναι περιορισμένη.

Κριτήρια ποιότητας

Σύμφωνα με τις γνώμες των καταναλωτών η ποιότητα του προϊόντος προσδιορίζεται κυρίως  από την γεύση και την εμφάνιση αυτού. Αυτό ισχύει κυρίως για τα φρούτα και λιγότερο για τα λαχανικά.

Στα ευρήματα του ερωτηματολογίου πολλαπλών απαντήσεων  το 64% των καταναλωτών θεωρεί ότι η γεύση είναι ο σημαντικότερος δείκτης ποιότητος των φρούτων ενώ το 54% θεωρεί την εμφάνιση. Οι επόμενες απαντήσεις συγκέντρωσαν αρκετά μικρότερα ποσοστά. Συγκεκριμένα, το 26% αναφέρθηκε στην διάρκεια ζωής του προϊόντος, το 22% γιατί είναι επιλογή του οπωροπώλη, το 21% γιατί το φρούτο είναι ώριμο ενώ μόνο το 5% θεωρεί ένα φρούτο ποιοτικό γιατί φέρει ετικέτα.

Σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε το 2010 το 81% των Γάλλων θεωρεί ότι η διατροφή διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην υγεία, το 80% είναι ανήσυχοι για την παρουσία υπολειμμάτων φυτοφαρμάκων στα φρούτα και τα λαχανικά και το 76% προσπαθεί να μην αγοράζει μεταλλαγμένα προϊόντα.

Κανάλια διανομής

Όσον αφορά την δομή του δικτύου διανομής των φρούτων και λαχανικών αυτή μπορεί να διαιρεθεί σε έξι κατηγορίες. Τις υπεραγορές που κατέχουν και το μεγαλύτερο μερίδιο των λιανικών πωλήσεων (34.8%), τα σούπερ μάρκετ με 23.1%, οι εκπτωτικές αλυσίδες με 11%, οι λαϊκές αγορές με 13.5%, τα οπωροπωλεία με 10.2%, τα μικρά παντοπωλεία με 2.8%. Το υπόλοιπο ποσοστό καταλαμβάνουν οι απευθείας πωλήσεις μέσω διαδικτύου και τα ειδικά καταστήματα (βιολογικών προϊόντων κλπ).

Ειδικότερα για τις πωλήσεις μέσω διαδικτύου, ο αριθμός των νοικοκυριών που έχει πραγματοποιήσει ηλεκτρονικές αγορές ξεπέρασε το 1 εκατομμύριο. Η μέση αξία κάθε παραγγελίας ευρίσκεται στα 63 € ενώ η αντίστοιχη στις υπεραγορές δεν υπερβαίνει  τα 39 €.

Βιολογική παραγωγή

 Σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποιήθηκε το 2010,  το ποσοστό των Γάλλων που αγοράζουν είτε συστηματικώς είτε περιοδικώς βιολογικά  προϊόντα αυξάνεται στις περισσότερες κατηγορίες σε σχέση με παρόμοια έρευνα που είχε διενεργηθεί το 2007. Τα λαχανικά από 42% το 2007 έφθασαν το 51% καταλαμβάνοντας την 1η θέση.  Από τις υπόλοιπες κατηγορίες ξεχωρίζουν τα αυγά με 50% (το 2007 είχαν 45%) και τα φρούτα με 48% (το 2007 είχαν 39%).

Η κυριότερη αιτιολογία αγοράς βιολογικών προϊόντων είναι η υγεία που συγκεντρώνει το 63% των προτιμήσεων. Στην συνέχεια, έπονται η προστασία του περιβάλλοντος με 43%, η καλύτερη γεύση τους με 38%, η θεώρηση ότι είναι ασφαλέστερα σε σχέση με τα άλλα φρούτα και λαχανικά με 33%, και η μη βιομηχανοποιημένη παραγωγή τους με 32%.

Η αγορά των βιολογικών προϊόντων παρά την μεγάλη πρόοδο που έχει σημειώσει στις προτιμήσεις των καταναλωτών παραμένει περιθωριακή στο σύνολο της αγοράς των φρούτων και των λαχανικών. Υπολογίζεται ότι το μερίδιο των βιολογικών φρούτων και λαχανικών δεν ξεπερνά το 2%. Η κύρια αιτία για αυτό είναι το υψηλό κόστος αγοράς τους. Το τελευταίο  αποθαρρύνει κυρίως τους καταναλωτές χαμηλού εισοδήματος και τους νέους. Άλλος λόγος είναι η μικρή παρουσία σημείων λιανικής πώλησης αποκλειστικά για βιολογικά προϊόντα.

Από έκθεση του Γραφείου Ο.Ε.Υ. της ελληνικής πρεσβείας στο Παρίσι